ALUMNI STORIES | «Stay Ηungry, Don’t Settle» Συνάντηση με τον Ανδρέα Παπασωτηρόπουλο

Τι μας διδάσκει ο Ανδρέας Παπασωτηρόπουλος για το θάρρος, τις συμπτώσεις και την αναζήτηση του άγνωστου

Όταν ο Ανδρέας Παπασωτηρόπουλος έφυγε από την Ελλάδα το 1988, αμέσως μετά την αποφοίτησή του από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών, για να σπουδάσει Ιατρική στη Γερμανία, είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: ήθελε να γίνει γιατρός και μάλιστα χειρουργός. Δεν μπορούσε τότε να φανταστεί ότι η πορεία του θα τον οδηγούσε στον χώρο της Ψυχιατρικής και της έρευνας της ανθρώπινης μνήμης, ούτε ότι, δεκαετίες αργότερα, θα συγκαταλεγόταν στους διεθνώς αναγνωρισμένους επιστήμονες του πεδίου του και θα γινόταν μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών Leopoldina. Η ιστορία του, ωστόσο, δεν είναι απλώς μια ιστορία ακαδημαϊκής επιτυχίας. Είναι μια ιστορία για το θάρρος να εγκαταλείπεις όσα γνωρίζεις, να αναθεωρείς τα σχέδιά σου και να αναγνωρίζεις τις ευκαιρίες που εμφανίζονται εκεί που δεν τις περιμένεις.

Η μετάβαση στη Γερμανία ήταν η αρχή μιας μεγάλης περιπέτειας και, όπως ο ίδιος τονίζει, καθοριστική για την προσωπική του ωρίμανση. Στις αποσκευές του, εκτός από τα προσωπικά του αντικείμενα, είχε και τρία απλά μεταλλικά πιάτα που του είχε δώσει η μητέρα του. Τα πιάτα αυτά τα έχει ακόμη. Θυμάται με ενθουσιασμό το ταξίδι με το τρένο από τη Φρανκφούρτη προς τη Βόννη. Όταν όμως έφτασε στον σταθμό και άκουσε από τα μεγάφωνα «Bonn Bahnhof», η χαρά του έδωσε ξαφνικά τη θέση της στον φόβο. «Ο ενθουσιασμός είχε φύγει, γιατί συνειδητοποίησα: εντάξει, τώρα είσαι μόνος σου».

Η μετάβαση ήταν δύσκολη. Ήταν μια εποχή χωρίς κινητά τηλέφωνα και διαδίκτυο. Είχε συμφωνήσει με τους γονείς του να τους τηλεφωνεί μία φορά την εβδομάδα από ένα σταθερό τηλέφωνο. Χαρακτηριστικά θυμάται την επιστροφή του στη Βόννη μετά τα πρώτα Χριστούγεννα που είχε περάσει πίσω στην Ελλάδα. Άνοιξε στο μικρό του δωμάτιο τα φαγητά που του είχε ετοιμάσει η μητέρα του για να πάρει μαζί του. Οι γνώριμες μυρωδιές της ελληνικής κουζίνας, μέσα στο κρύο και τη μοναξιά του δωματίου του, έκαναν την απόσταση από την πατρίδα να μοιάζει ακόμη μεγαλύτερη.

Παρά τις δυσκολίες, δεν θα άλλαζε την απόφασή του. Το να βγει από το προστατευμένο περιβάλλον της οικογένειας και της σχολικής ζωής τον ανάγκασε να ανακαλύψει τα όριά του, να παλέψει και να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.

Όταν η συζήτηση στρέφεται στα χρόνια του στη Γερμανική Σχολή Αθηνών, ο ενθουσιασμός του είναι εμφανής. «I had the time of my life», λέει χαρακτηριστικά. Θυμάται με αγάπη την ατμόσφαιρα, τις δραστηριότητες και, πάνω απ’ όλα, τους εκπαιδευτικούς που τον επηρέασαν όχι μόνο ως μαθητή, αλλά και ως άνθρωπο και επιστήμονα.

Αναφέρεται με ιδιαίτερη αγάπη και εκτίμηση στους καθηγητές Ελληνικών και Ιστορίας Γιάννη και Ρέα Μυλωνά, οι οποίοι συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των αξιών του, καθώς και στον καθηγητή Φυσικής Στέλιο Παπαπέτρου, τον οποίο θυμάται για τη σπάνια ικανότητά του να εξηγεί σύνθετες έννοιες με τρόπο κατανοητό. Και οι τρεις υπήρξαν εξαιρετικοίεκπαιδευτικοί και ιδιαίτερα σημαντικοί άνθρωποι για τον ίδιο. Κατέχουν ξεχωριστή θέση στη μνήμη του και η σκέψη του εξακολουθεί να επιστρέφει σε αυτούς.

Από εκείνα τα χρόνια κρατά ένα μάθημα που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της σχολικής τάξης: «Πίστεψε στον εαυτό σου. Είσαι ξεχωριστός, αλλά να θυμάσαι ότι το ίδιο ισχύει και για τους άλλους».

Η αυτοπεποίθηση, επομένως, δεν χρειάζεται να αποκλείει την ταπεινότητα. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις ικανότητές μας χωρίς να υποτιμούμε τους άλλους. Το ζητούμενο δεν είναι να πάψουμε να πιστεύουμε στον εαυτό μας, αλλά να αναγνωρίζουμε ταυτόχρονα την αξία των άλλων. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες παρακαταθήκες ενός σχολείου: όχι μόνο οι γνώσεις που μας προσφέρει, αλλά και οι άνθρωποι που μας βοηθούν να διαμορφώσουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο.

Η επαγγελματική του πορεία αποδεικνύει ότι ακόμη και οι πιο ξεκάθαροι στόχοι μπορούν να αναθεωρηθούν. Από παιδί ήθελε να γίνει γιατρός και θεωρούσε τη χειρουργική μονόδρομο. Όταν όμως βρέθηκε για πρώτη φορά στο χειρουργείο ως φοιτητής, συνειδητοποίησε ότι η πραγματικότητα δεν τον ενθουσίαζε όσο περίμενε. Η αμφιβολία ήταν έντονη: αν η χειρουργική δεν ήταν αυτό που ήθελε, τι θα έκανε τώρα;

Παράλληλα με την Ιατρική, άρχισε να σπουδάζει Φυσική, ένα αντικείμενο που τον ενδιέφερε ήδη από τα σχολικά του χρόνια, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην επιρροή που είχε ασκήσει πάνω του ο καθηγητής του, Στέλιος Παπαπέτρου. Και τότε ήρθε μία από τις σημαντικότερες συμπτώσεις της ζωής του: μια διάλεξη Ψυχιατρικής για τη σχιζοφρένεια, την οποία παρακολούθησε σχεδόν τυχαία. «Μετά από μιάμιση ώρα είχα ερωτευτεί την Ψυχιατρική».

Από εκείνη τη στιγμή ήξερε ότι είχε βρει το αντικείμενό του. Αργότερα, μια τυχαία τοποθέτησή του σε ερευνητική ομάδα που ασχολούνταν με την άνοια και τις διαταραχές μνήμης τον οδήγησε στο επιστημονικό πεδίο που θα καθόριζε την καριέρα του.

«Δεν μπορείς να τα σχεδιάσεις όλα», τονίζει. Το σημαντικό, κατά τη γνώμη του, είναι να γνωρίζουμε τις δυνατότητές μας, να επενδύουμε σε όσα μας ενδιαφέρουν και να παραμένουμε ανοιχτοί σε νέες εμπειρίες. Η τύχη παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να την αναγνωρίζουμε και να αξιοποιούμε τις ευκαιρίες που μας προσφέρει.

Ένα ακόμη καθοριστικό σημείο της πορείας του ήρθε όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει μια μόνιμη θέση κλινικού ιατρού στη Ζυρίχη και να διεκδικήσει μια τετραετή θέση καθηγητή με χρηματοδότηση από το Ελβετικό Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών. Ήταν μια συνειδητή έξοδος από τη ζώνη ασφαλείας του, την οποία όμως διάλεξε αφού είχε ήδη ολοκληρώσει την ειδικότητά του στην Ψυχιατρική.

Αυτή είναι και η συμβουλή του προς τους φοιτητές Ιατρικής που ενδιαφέρονται για την έρευνα: να ολοκληρώνουν, εφόσον είναι δυνατόν, την κλινική τους εκπαίδευση πριν αφοσιωθούν πλήρως στην ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Η επιστημονική έρευνα είναι ένα πεδίο γεμάτο αβεβαιότητα, στο οποίο η επιτυχία εξαρτάται όχι μόνο από την προσπάθεια και τις ικανότητες, αλλά και από παράγοντες που δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

Η δική του πορεία δικαίωσε το ρίσκο. Η συνεργασία του με τον συνάδελφο Dominique de Quervain, με τον οποίο εξακολουθεί να εργάζεται μέχρι σήμερα, οδήγησε σε σημαντικές επιστημονικές δημοσιεύσεις. Το 2006, η ομάδα του δημοσίευσε στο περιοδικό Science μια σημαντική ανακάλυψη σχετικά με ένα γονίδιο που συμμετέχει στη λειτουργία της μνήμης. Το 2007 ανέλαβε καθηγητική θέση και την ηγεσία του σχετικού ερευνητικού έργου στη Βασιλεία.

Η εκλογή του στη Leopoldina, μία από τις σημαντικότερες ακαδημίες επιστημών της Ευρώπης, αποτελεί μια ακόμη σημαντική αναγνώριση της πορείας του. Για τον ίδιο, όμως, η σημασία της δεν περιορίζεται στην προσωπική επιτυχία. Βλέπει αυτή τη διάκριση και ως μια ευκαιρία να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο για ζητήματα που τον απασχολούν βαθιά: την Ψυχιατρική, την ψυχική υγεία και τη σημασία της μνήμης για τον άνθρωπο, την οικογένεια και την κοινωνία.

Η επιτυχία, ωστόσο, δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο ατομικής προσπάθειας. «Όταν έχεις κάποιον στον οποίο μπορείς να βασιστείς εκατό τοις εκατό, είσαι πολύ πιο δυνατός από ό,τι μόνος σου», επισημαίνει. Η συνεργασία, η εμπιστοσύνη και η κοινή επιδίωξη ενός στόχου μπορούν να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με την προσωπική φιλοδοξία.

Τι θα ήθελε, λοιπόν, να θυμάται ένας μαθητής της Γερμανικής Σχολής Αθηνών όταν θα διαβάσει αυτή τη συνέντευξη δέκα χρόνια από σήμερα; Η απάντησή του είναι άμεση: «Stay hungry, don’t settle».

Να παραμένετε περίεργοι για τον κόσμο. Να μην επαναπαύεστε σε όσα έχετε ήδη καταφέρει. Να πιστεύετε στις δυνατότητές σας, χωρίς να ξεχνάτε την αξία των ανθρώπων γύρω σας. Να σχεδιάζετε το μέλλον σας, χωρίς να εγκλωβίζεστε σε ένα και μοναδικό σχέδιο. Και, όταν εμφανίζεται μια απρόσμενη ευκαιρία, να έχετε το θάρρος να την ακολουθήσετε. Ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μάθημα από την ιστορία του Ανδρέα Παπασωτηρόπουλου: δεν χρειάζεται κάθε βήμα να οδηγεί εκεί που αρχικά είχαμε φανταστεί. Μερικές φορές, οι παρακάμψεις είναι εκείνες που μας οδηγούν στο μέρος όπου πραγματικά ανήκουμε.

Ειρήνη Γεωργίου (2022)

Φοιτήτρια Ιατρικής, Freiburg DE


Was uns Andreas Papassotiropoulos über Mut, Zufälle und die Suche nach dem Unbekannten lehrt

Als Andreas Papassotiropoulos 1988, unmittelbar nach seinem Abschluss an der Deutschen Schule Athen, Griechenland verließ, um in Deutschland Medizin zu studieren, hatte er ein klares Ziel: Er wollte Arzt werden, und zwar Chirurg. Damals konnte er sich nicht vorstellen, dass ihn sein Weg in die Psychiatrie und die Erforschung des menschlichen Gedächtnisses führen würde. Ebenso wenig konnte er ahnen, dass er Jahrzehnte später zu den international anerkannten Wissenschaftlern seines Fachgebiets gehören und Mitglied der Nationalen Akademie der Wissenschaften Leopoldina werden würde. Seine Geschichte ist jedoch nicht einfach nur eine Geschichte akademischen Erfolgs. Es ist eine Geschichte über den Mut, Vertrautes hinter sich zu lassen, seine Pläne zu überdenken und Chancen zu erkennen, die sich dort ergeben, wo man sie nicht erwartet.

Der Umzug nach Deutschland war der Beginn eines großen Abenteuers und, wie er selbst betont, entscheidend für seine persönliche Reifung. In seinem Gepäck hatte er neben seinen persönlichen Gegenständen auch drei einfache Metallteller, die ihm seine Mutter mitgegeben hatte. Diese Teller besitzt er noch heute. Mit Begeisterung erinnert er sich an die Zugfahrt von Frankfurt nach Bonn. Als er jedoch am Bahnhof ankam und aus den Lautsprechern „Bonn Bahnhof“ hörte, wich seine Freude plötzlich der Angst. „Die Begeisterung war verschwunden, denn mir wurde klar: Okay, jetzt bist du auf dich allein gestellt.“

Die Umstellung war schwierig. Es war eine Zeit ohne Mobiltelefone und Internet. Er hatte mit seinen Eltern vereinbart, sie einmal pro Woche von einem Festnetztelefon aus anzurufen. Besonders erinnert er sich an seine Rückkehr nach Bonn nach den ersten Weihnachtsferien, die er wieder in Griechenland verbracht hatte. In seinem kleinen Zimmer packte er das Essen aus, das seine Mutter ihm mitgegeben hatte. Die vertrauten Gerüche der griechischen Küche ließen in der Kälte und Einsamkeit seines Zimmers die Entfernung zur Heimat noch größer erscheinen.

Trotz aller Schwierigkeiten würde er seine Entscheidung nicht ändern. Das Verlassen des geschützten Umfelds seiner Familie und seiner Schulzeit zwang ihn dazu, seine Grenzen kennenzulernen, sich durchzukämpfen und sich selbst besser zu verstehen.

Wenn das Gespräch auf seine Jahre an der Deutschen Schule Athen kommt, ist seine Begeisterung deutlich zu spüren. „I had the time of my life“, sagt er bezeichnenderweise. Mit großer Zuneigung erinnert er sich an die Atmosphäre, die Aktivitäten und vor allem an die Lehrkräfte, die ihn nicht nur als Schüler, sondern auch als Menschen und Wissenschaftler geprägt haben.

Mit besonderer Zuneigung und Wertschätzung spricht er über seine Lehrer für Griechisch und Geschichte, Giannis und Rea Mylona, die wesentlich zur Entwicklung seiner Werte beigetragen haben, sowie über seinen Physiklehrer Stelios Papapetrou, an den er sich wegen seiner seltenen Fähigkeit erinnert, komplexe Zusammenhänge verständlich zu erklären. Alle drei waren hervorragende Lehrkräfte und für ihn persönlich besonders wichtige Menschen. Sie nehmen einen besonderen Platz in seiner Erinnerung ein, und seine Gedanken kehren immer wieder zu ihnen zurück.

Aus dieser Zeit hat er eine Lehre mitgenommen, die weit über die Grenzen des Klassenzimmers hinausgeht: „Glaube an dich selbst. Du bist etwas Besonderes, aber vergiss nicht, dass das auch für die anderen gilt.“

Selbstvertrauen muss also Bescheidenheit nicht ausschließen. Wir können unsere Fähigkeiten anerkennen, ohne andere geringzuschätzen. Es geht nicht darum, den Glauben an uns selbst zu verlieren, sondern gleichzeitig den Wert anderer Menschen anzuerkennen. Und vielleicht ist das eines der wichtigsten Dinge, die eine Schule uns mit auf den Weg geben kann: nicht nur das Wissen, das sie uns vermittelt, sondern auch die Menschen, die uns dabei helfen, unsere Sicht auf uns selbst und die Welt zu entwickeln.

Sein beruflicher Werdegang zeigt, dass selbst die klarsten Ziele überdacht werden können. Schon als Kind wollte er Arzt werden und betrachtete die Chirurgie als den einzig möglichen Weg. Als er jedoch während seines Studiums zum ersten Mal in einem Operationssaal stand, wurde ihm bewusst, dass ihn die Realität nicht so begeisterte, wie er erwartet hatte. Seine Zweifel waren groß: Wenn die Chirurgie nicht das war, was er wollte, was sollte er dann tun?

Parallel zu seinem Medizinstudium begann er, Physik zu studieren, ein Fach, das ihn bereits während seiner Schulzeit interessiert hatte, vor allem aufgrund des Einflusses seines Lehrers Stelios Papapetrou. Und dann kam einer der wichtigsten Zufälle seines Lebens: eine Vorlesung über Schizophrenie im Fach Psychiatrie, die er eher zufällig besuchte. „Nach anderthalb Stunden hatte ich mich in die Psychiatrie verliebt.“

Von diesem Moment an wusste er, dass er sein Fachgebiet gefunden hatte. Später führte ihn die zufällige Zuteilung zu einer Forschungsgruppe, die sich mit Demenz und Gedächtnisstörungen beschäftigte, in jenes wissenschaftliche Gebiet, das seine Karriere bestimmen sollte.

„Man kann nicht alles planen“, betont er. Seiner Meinung nach ist es wichtig, die eigenen Fähigkeiten zu kennen, in das zu investieren, was einen interessiert, und offen für neue Erfahrungen zu bleiben. Der Zufall spielt eine sehr große Rolle, aber man muss in der Lage sein, ihn zu erkennen und die Chancen zu nutzen, die sich daraus ergeben.

Ein weiterer entscheidender Moment seiner Laufbahn kam, als er beschloss, eine unbefristete Stelle als klinisch tätiger Arzt in Zürich aufzugeben und sich um eine auf vier Jahre befristete Professur zu bewerben, die vom Schweizerischen Nationalfonds gefördert wurde. Es war eine bewusste Entscheidung, seine Komfortzone zu verlassen, die er jedoch erst traf, nachdem er seine Facharztausbildung in Psychiatrie bereits abgeschlossen hatte.

Das ist auch sein Rat an Medizinstudierende, die sich für die Forschung interessieren: Sie sollten nach Möglichkeit ihre klinische Ausbildung abschließen, bevor sie sich vollständig einer akademischen Laufbahn widmen. Die wissenschaftliche Forschung ist ein Bereich voller Unsicherheiten, in dem der Erfolg nicht nur von Einsatz und Fähigkeiten abhängt, sondern auch von Faktoren, die wir nicht kontrollieren können.

In seinem Fall hat sich das Risiko gelohnt. Die Zusammenarbeit mit seinem Kollegen Dominique de Quervain, mit dem er bis heute zusammenarbeitet, führte zu bedeutenden wissenschaftlichen Veröffentlichungen. Im Jahr 2006 veröffentlichte seine Forschungsgruppe in der Fachzeitschrift Science eine wichtige Entdeckung über ein Gen, das an der Gedächtnisfunktion beteiligt ist. 2007 übernahm er eine Professur und die Leitung des entsprechenden Forschungsprojekts in Basel.

Seine Wahl in die Leopoldina, eine der bedeutendsten wissenschaftlichen Akademien Europas, stellt eine weitere wichtige Anerkennung seiner Laufbahn dar. Für ihn beschränkt sich ihre Bedeutung jedoch nicht auf den persönlichen Erfolg. Er sieht diese Auszeichnung auch als Gelegenheit, zum öffentlichen Dialog über Themen beizutragen, die ihm besonders am Herzen liegen: die Psychiatrie, die psychische Gesundheit und die Bedeutung des Gedächtnisses für den Menschen, die Familie und die Gesellschaft.

Sein Erfolg war jedoch nicht allein das Ergebnis individueller Anstrengungen. „Wenn man jemanden hat, auf den man sich hundertprozentig verlassen kann, ist man viel stärker, als wenn man allein ist“, betont er. Zusammenarbeit, Vertrauen und das gemeinsame Streben nach einem Ziel können sich als ebenso wichtig erweisen wie persönlicher Ehrgeiz.

Was würde er sich also wünschen, dass ein Schüler der Deutschen Schule Athen in Erinnerung behält, wenn er dieses Interview in zehn Jahren liest? Seine Antwort kommt sofort: „Stay hungry, don’t settle.“

Bleibt neugierig auf die Welt. Ruht euch nicht auf dem aus, was ihr bereits erreicht habt. Glaubt an eure Fähigkeiten, ohne den Wert der Menschen um euch herum zu vergessen. Plant eure Zukunft, ohne euch auf einen einzigen Plan festzulegen. Und wenn sich eine unerwartete Gelegenheit bietet, habt den Mut, sie zu ergreifen. Vielleicht ist das die wichtigste Lehre aus der Geschichte von Andreas Papassotiropoulos: Nicht jeder Schritt muss dorthin führen, wo wir ursprünglich hinwollten. Manchmal sind es gerade die Umwege, die uns an den Ort führen, an den wir wirklich gehören.

Irini Georgiou (2022)

Medizinstudentin, Freiburg, DΕ