Γιάννης Βαληνάκης: “Για μια αποτελεσματικότερη εθνική στρατηγική”

Ο Γιάννης Βαληνάκης δημοσίευσε στις 4.1.2026 στην εφημερίδα “Η Καθημερινή” ένα άρθρο του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις:

Έναντι του κλιμακούμενου τουρκικού αναθεωρητισμού και εν μέσω των κινδύνων που αναδύονται από το ημιάναρχο διεθνές περιβάλλον, επείγει ένας νηφάλιος απολογισμός της πολιτικής των «ήρεμων νερών». Με εμφανή την επιστροφή στην ένταση και με τις διεκδικήσεις της γείτονος να διευρύνονται μέχρι την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, επείγει η αναζήτηση μιας αποτελεσματικότερης στρατηγικής.

Κατ’ αρχάς, ένας διορθωτικός απολογισμός καθίσταται αναγκαίος όταν οι ΗΠΑ –στυλοβάτης μέχρι πρότινος της σταθερότητας συνόρων και του διεθνούς δικαίου– αποδέχονται πλέον τις διά της βίας αλλαγές συνόρων και την επικράτηση των ισχυρών. Εξίσου ανησυχητική είναι και η επιταχυνόμενη αποδυνάμωση της Ε.Ε. υπέρ ενός εκκολαπτόμενου εξωθεσμικού Διευθυντηρίου των Μεγάλων (Ε3, «συμμαχίες προθύμων» κ.λπ.), στο οποίο προσκολλάται και η Τουρκία, μέσα από «κερκόπορτες» βιομηχανικών συνεργασιών. Κι ενώ η Ουκρανία, παρά την πολύπλευρη δυτική στήριξη –και μάλιστα χωρίς να αποτελεί καν μέλος της Ε.Ε. ή του ΝΑΤΟ– οδηγείται σε απώλεια εδαφών, ο Ελληνισμός αντιμετωπίζει τη δική του εθνική απειλή σχεδόν μόνος εν μέσω αδιαφορίας πολλών εταίρων του.

Παρά την παγίωση πλέον της πολυδιάστατης τουρκικής απειλής, επιλέγεται η βολική υποτίμησή της με την κρυφή (επικίνδυνα έωλη) ελπίδα ότι οι σαφείς διεκδικήσεις της περί αλλαγής συνόρων θα παραμείνουν σε λεκτικό επίπεδο. Υφέρπει η (λανθασμένη) εκτίμηση ότι αρκεί ο «διάλογος» και η ενίσχυση των εξοπλισμών για να την αποτρέψουν. Παραβλέπεται έτσι ότι η Τουρκία ουδόλως αποτράπηκε από τις διεκδικήσεις της – απεναντίας, μάλιστα, τις διεύρυνε: «Γαλάζια Πατρίδα», αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε όλα τα νησιά του Αν. Αιγαίου «λόγω στρατιωτικοποίησης», τουρκολιβυκό μνημόνιο, «δύο κράτη» στην Κύπρο κ.λπ.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας αναμφίβολα ενισχύθηκαν θεαματικά τα τελευταία χρόνια (Rafale, μελλοντικά Belharra και F-35), ενώ θετικά αποτιμώνται και η ενεργειακή συνεργασία με τις ΗΠΑ, ο μηχανισμός «3+1», η στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ, τη Γαλλία κ.ά. Ομως η Τουρκία (πλην του τομέα των μαχητικών) απάντησε με άλματα στα ελληνικά βήματα βελτίωσης: ανέπτυξε ισχυρή πολεμική βιομηχανία, πυραύλους μακρού πλήγματος, σύγχρονο ναυτικό, μη επανδρωμένα συστήματα, βάσεις εκτός συνόρων κ.λπ. Οι επιχειρούμενες συγκρίσεις του ελληνοτουρκικού ισοζυγίου ισχύος που δεν λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των εκατέρωθεν στρατιωτικών δυνατοτήτων και δεν προβάλλουν τις σημερινές τάσεις στο μέλλον ενδέχεται να επιφέρουν επικίνδυνες συνέπειες στην προετοιμασία της χώρας μας.

Ο επαμφοτερίζων υπερακτιβισμός του Ερντογάν αποδίδει τελικά καρπούς και στο διπλωματικό πεδίο. Παρά ορισμένες κατά καιρούς αποτυχίες –απότοκες της υπερφίαλης νοοτροπίας του ηγέτη της–, η γείτων ισχυροποιείται στην ευρύτερη περιοχή της αλλά και στην αντίληψη των «Μεγάλων», ακόμη και των Ευρωπαίων εταίρων μας. Τα μεγέθη Ελλάδας – Τουρκίας δεν είναι προφανώς συγκρίσιμα, όμως η χώρα μας δεν στερείται ευκαιριών, όταν μάλιστα γίνονται αντιληπτές και εντάσσονται με σχέδιο στην κατάλληλη στρατηγική. Αυτό αποδεικνύουν, παρά τις καθυστερήσεις, η μόχλευση της θέσης μας στην Ε.Ε. για να αποτραπεί η είσοδος της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό «ιερό», η επιστροφή στις έρευνες για υδρογονάνθρακες και η νέα στρατηγική σχέση με το Ισραήλ – όλα όμως απαιτούν ρεαλιστικό σχέδιο και σύνεση στη διαχείριση.

Ο Ερντογάν εξαρτά τη νηνεμία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις από την αποδοχή της δικής του «pax turca».

Στο στενά ελληνοτουρκικό πεδίο φαίνεται να υποχωρούν ο αρχικός ενθουσιασμός και οι ψευδαισθήσεις περί προσφυγής στη Χάγη, ενώ οι επαφές υψηλού επιπέδου (και οι επιτροπές) καρκινοβατούν. Αναζητείται πιθανότατα «διέξοδος» μέσω της μετεξέλιξης του διμερούς διαλόγου σε πενταμερή (Διάσκεψη Αν. Μεσογείου). Επιπλέον, η διαφαινόμενη επανάληψη των παραβιάσεων εξανεμίζει το σημαντικότερο κέρδος της ατελέσφορης (εκ των πραγμάτων) Διακήρυξης των Αθηνών. Συνολικά, τα τρία χρόνια «ηρεμίας» φαίνεται να ενίσχυσαν περαιτέρω τα σχέδια της γείτονος: αν και οι διεκδικήσεις της διευρύνθηκαν, χάρις στους χαμηλούς τόνους και στην έλλειψη ελληνικής αντίδρασης, «ξεπλύθηκε» και, σημαντικά ισχυροποιημένη, διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στη Δύση, επιτυγχάνοντας την άρση 12 εμπάργκο όπλων και αντιγράφοντας δυτική τεχνολογία.

Επί της ουσίας, η χώρα μας εξέλαβε το ευχολόγιο της Διακήρυξης περί ειρηνικής επίλυσης των προβλημάτων ως δέσμευση της Αγκυρας για «ήρεμα νερά» ακόμη και χωρίς λύσεις. Ομως ο Ερντογάν εξαρτά τη νηνεμία από την αποδοχή της δικής του «pax turca»: «Ηρεμία και ειρήνη θα έχετε όσο παραμένετε με μηδενικά θαλάσσια δικαιώματα πέραν των 6 ν.μ. σε Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο και δεν παρεμποδίζετε τα τουρκικά ωφελήματα από Ε.Ε. και ΗΠΑ».

Στην πράξη η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε τα «ήρεμα νερά» προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε ελληνική πρωτοβουλία δεν συνάδει με τις αξιώσεις της. Γι’ αυτό και παρεμποδίζει (ενίοτε με στρατιωτικά μέσα) κάθε ελληνική κίνηση άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων πέρα από τα 6 ν.μ.: ο αγωγός EastMed ναυάγησε, τα υπεράκτια αιολικά πάρκα περιορίστηκαν εντός των 6 ν.μ., η ηλεκτρική διασύνδεση GSI εμποδίστηκε από τουρκικές φρεγάτες, τα θαλάσσια πάρκα (που αρχικά περιελάμβαναν διεθνή ύδατα και «γκρίζες ζώνες» στα Δωδεκάνησα) συρρικνώθηκαν στις Κυκλάδες. Αξιοπερίεργο εξάλλου να κινητροδοτείται η προστασία των θαλάσσιων πτηνών σε απειλούμενα νησιά, αντί της επανεγκατάστασης των παλαιότερων κατοίκων τους. Το ίδιο και ο περιορισμός των ζωνών αλιείας για τους Ελληνες ψαράδες αντί της ενίσχυσής τους απέναντι στην ανεξέλεγκτη δράση των τουρκικών αλιευτικών. Φωτεινή θετική εξαίρεση αποτελούν οι σχεδιαζόμενες έρευνες νοτίως της Κρήτης και σε ένα βαθμό ο ΘΧΣ.

Οπως αποδεικνύει η απρόσκοπτη διεύρυνση των τουρκικών διεκδικήσεων, οι βελτιώσεις που επιχειρήθηκαν τα τελευταία χρόνια από την Αθήνα μέσω νέων εξοπλισμών και διακηρύξεων ειρηνικής επίλυσης δεν επαρκούν για να περιορίσουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Επομένως επείγει, ενόψει της επεκτεινόμενης διεθνούς έντασης και του επιδεινούμενου ισοζυγίου ισχύος με τη γείτονα, μια διορθωτική ανασύνταξη της εθνικής στρατηγικής.

*Ο κ. Γιάννης Βαληνάκης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, πρ. υφυπουργός Εξωτερικών, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αριστείας στο ΕΚΠΑ.

https://www.kathimerini.gr/opinion/564004660/gia-mia-apotelesmatikoteri-ethniki-stratigiki/

Κάντε Εγγραφή στο εβδομαδιαίο Newsletter

* indicates required
Συμπληρώστε το e-mail σας