Ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους δημοσίευσε την 1.4.2026 ένα άρθρο στην αγγλική έκδοση της εφημερίδας “Καθημερινή” (ekathimerini.com) σχετικά με την μάχη που δίνεται για την σωτηρία της ελληνικής υπηρεσίας της DW. Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στα ελληνικά την αμέσως επόμενη ημέρα:
Όταν η διοίκηση της Deutsche Welle (DW) ανακοίνωσε στα τέλη Φεβρουαρίου ότι προτίθεται να διακόψει έως το τέλος του έτους την ελληνόφωνη υπηρεσία του σταθμού, προφανώς δεν είχε προβλέψει τις πολιτικές αντιδράσεις που θα προκαλούσε η απόφαση.
Σε μια αρχικά ασυντόνιστη κινητοποίηση διαμαρτυρίας, πλήθος οργανώσεων και προσώπων τοποθετήθηκαν γρήγορα δημόσια – φορείς που θα μπορούσαν συνολικά να περιγραφούν ως εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών στις ελληνογερμανικές σχέσεις: ενώσεις Γερμανών φιλελλήνων, ελληνικές κοινότητες, που εκπροσωπούν τη σημαντική ελληνική διασπορά, δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί και πολλοί άλλοι.
Η διαμαρτυρία προσέλαβε πιο εμφανή πολιτική διάσταση όταν ομάδα Ελλήνων βουλευτών απηύθυνε ανοικτή επιστολή προς ομολόγους τους στη γερμανική Bundestag, προειδοποιώντας για τη ζημία που θα προκαλούσε στις διμερείς σχέσεις ο τερματισμός του ιστορικού αυτού προγράμματος. «Σας ζητούμε, στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών σας δυνατοτήτων, να διασφαλίσετε ότι η απόφαση αυτή δεν θα εφαρμοστεί», ανέφερε η επιστολή. Και κατέληγε σε δραματικούς τόνους: «Η απόφαση για τη διακοπή του ελληνικού προγράμματος κλονίζει και αποδυναμώνει όλα όσα έχουμε οικοδομήσει μαζί».
Η επιστολή έφερε τις υπογραφές μελών τόσο του ελληνικού όσο και του κυπριακού κοινοβουλίου, τα οποία – συμπτωματικά – βρίσκονταν εκείνη την περίοδο στη Γερμανία ως προσκεκλημένοι στο συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), του κυβερνώντος κόμματος στη Γερμανία.
Εκεί, σύμφωνα με πληροφορίες, αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Τάσο Χατζηβασιλείου προχώρησε σε αρχικές επαφές με Γερμανούς πολιτικούς, με στόχο τη διάσωση του προγράμματος.
Καθοριστικό ρόλο στην πρώιμη αυτή φάση της κινητοποίησης διαδραμάτισε το γραφείο του Ιδρύματος Konrad Adenauer (KAS) στην Αθήνα και ο διευθυντής του, Μάριαν Βεντ, ο οποίος όχι μόνο διατηρεί στενές σχέσεις με το κυβερνών κόμμα της Ελλάδας, αλλά είναι επίσης καλά δικτυωμένος στο Βερολίνο ως πρώην μέλος της γερμανικής Bundestag. «Η διατήρηση των ελληνόφωνων προγραμμάτων της Deutsche Welle έχει μεγάλη σημασία για τις ελληνογερμανικές σχέσεις, γι’ αυτό και το Ίδρυμα Konrad Adenauer υποστηρίζει με ιδιαίτερη έμφαση τη συνέχισή τους», δήλωσε ο εκπρόσωπος του ιδρύματος.
Ο κ. Βεντ δεν περιορίστηκε σε ρητορικές εκκλήσεις. Ανέλαβε πρωτοβουλία για την έναρξη επίσημης εκστρατείας συλλογής υπογραφών, με στόχο να πεισθεί η γερμανική Bundestag να επανεξετάσει την απόφαση.
Η πρωτοβουλία αυτή σύντομα κατέστη το επίκεντρο της προσπάθειας της κοινωνίας των πολιτών για τη διατήρηση της υπηρεσίας, επικαλούμενη ρητά το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο: «Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Γερμανία εγκαταλείπει για άλλη μια φορά την Ελλάδα», αναφέρει το σχετικό κείμενο.
Η ευρύτερη αυτή διάσταση φαίνεται πως διέφυγε της προσοχής των γραφειοκρατών στα κεντρικά της Deutsche Welle, όταν αποφάσισαν να καταργήσουν την ελληνική υπηρεσία – τη μοναδική μεταξύ περισσότερων από 30 ξενόγλωσσων υπηρεσιών – προκειμένου να εξοικονομήσουν λίγες εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Σύμφωνα με πηγές που είναι σε θέση να γνωρίζουν, δεν πραγματοποιήθηκε καμία ουσιαστική πολιτική συζήτηση, πόσο μάλλον γεωστρατηγική αξιολόγηση ή στάθμιση των συνεπειών της περιοριστικής αυτής απόφασης.
Στο πλέγμα των ελληνογερμανικών σχέσεων, η Deutsche Welle διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Σε αντίθεση με δυτικούς ανταγωνιστές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία –οι οποίες έχουν καλλιεργήσει θετικό κλίμα στην Ελλάδα μέσω μεγάλων εξοπλιστικών συμφωνιών και πολιτικών δεσμεύσεων στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων– η πολιτική του Βερολίνου έναντι της Ελλάδας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εργαλεία της λεγόμενης ήπιας ισχύος.
Θεσμοί με κρατική στήριξη, όπως τα Ινστιτούτα Goethe, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και τα γερμανικά σχολεία, παράλληλα με τις εντατικές οικονομικές σχέσεις, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Υπό αυτή την έννοια, η ελληνόφωνη υπηρεσία της Deutsche Welle ανήκει σαφώς σε αυτή την κατηγορία, καθώς για περισσότερα από 60 χρόνια προσφέρει δημοσιογραφία «Made in Germany» σε εκατομμύρια τηλεθεατές και ακροατές στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Η προοπτική της διακοπής λειτουργίας της έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Σε δημόσια δήλωσή του, ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Νικήτας Κακλαμάνης, ανέφερε ότι μια τέτοια εξέλιξη «μας λυπεί βαθύτατα». Ανάλογες ανησυχίες εξέφρασε και η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου, Αννίτα Δημητρίου, καταγράφοντας την «έντονη ανησυχία» της και προειδοποιώντας ότι η διακοπή λειτουργίας θα ισοδυναμούσε με «υποβάθμιση της επίσημης γλώσσας δύο κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης».
Νωρίτερα, η Ένωση Συντακτών Κύπρου είχε εκφράσει την αλληλεγγύη της προς την ελληνική συντακτική ομάδα της Deutsche Welle και είχε καλέσει τις κυβερνήσεις σε Αθήνα και Λευκωσία να παρέμβουν. Η έκκληση αυτή απέκτησε πρακτική συνέχεια.
Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές στο Βερολίνο, οι υπουργοί Εξωτερικών της Κύπρου και της Ελλάδας, Κωνσταντίνος Κόμπος και Γεώργιος Γεραπετρίτης, έθεσαν από κοινού το ζήτημα στον Γερμανό ομόλογό τους. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών έθιξε επίσης το θέμα της Deutsche Welle κατά την πρόσφατη διμερή συνάντησή του με τον Γιόχαν Βάντεφουλ στο Βερολίνο, τοποθετώντας το μάλιστα ψηλά στην ατζέντα, ακόμη και πριν από τις συζητήσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος σε αυτές τις συγκυρίες έχει να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα εν μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων, φέρεται να χαρακτήρισε εσωτερικά την απόφαση των διοικητικών οργάνων της Deutsche Welle ως «περιττή επιβάρυνση» για τις διμερείς σχέσεις.
Η απειλούμενη διακοπή λειτουργίας έχει ήδη προκαλέσει διπλωματικές τριβές μεταξύ του Βερολίνου, αφενός, και της Αθήνας και της Λευκωσίας, αφετέρου. Το ερώτημα πλέον είναι πώς μπορεί να διορθωθεί η απόφαση η οποία, όπως φαίνεται, δεν εξετάστηκε επαρκώς σε πολιτικό επίπεδο. Το βάρος στρέφεται λιγότερο προς τη διοίκηση της Deutsche Welle και περισσότερο προς τα μέλη της γερμανικής Bundestag και τις αρμόδιες επιτροπές, οι οποίες μπορούν, στο πλαίσιο των δημοσιονομικών διαβουλεύσεων, να δώσουν εντολή για σχετικές προσαρμογές.
Τις τελευταίες ημέρες βρίσκονται σε εξέλιξη πολυάριθμες παρασκηνιακές διαβουλεύσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Σταθμό στην προσπάθεια διατήρησης της ελληνόφωνης υπηρεσίας της Deutsche Welle ενδέχεται να αποτελέσει η προγραμματισμένη επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στην Αθήνα τον Μάιο.
Η επίσκεψη αναμένεται επίσης να επικεντρωθεί σε ένα σχέδιο δράσης για την αναβάθμιση των διμερών σχέσεων σε νέο επίπεδο κατά την επόμενη δεκαετία. Η γερμανική πλευρά θα έκανε καλά να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε το αβέβαιο μέλλον της ελληνόφωνης υπηρεσίας της Deutsche Welle να μη σκιάσει το κλίμα των υπουργικών συνομιλιών.
*Ο δρ Ρόναλντ Μάιναρντους είναι κύριος ερευνητής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) και διετέλεσε επικεφαλής της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle από το 1993 έως το 1996.
“Battle to save Deutsche Welle reaches political level” (από την αγγλική έκδοση)
When the management of Deutsche Welle (DW) announced at the end of February that it would discontinue the broadcaster’s Greek-language service by the end of the year, it was evidently unaware of the political reactions the decision would provoke.
In an initially uncoordinated protest, numerous organizations and individuals quickly spoke out – actors that could broadly be described as civil society stakeholders in German-Greek relations: associations of German philhellenes, Greek communities representing the sizable Hellenic diaspora, journalists, academics and many others.
The protest took on a more explicitly political dimension when a group of Greek lawmakers addressed an open letter to their counterparts in the German Bundestag, warning in stark terms of the political damage that ending the historic program would inflict on bilateral relations. “We ask you, within your parliamentary means, to ensure that this decision is not implemented,” the letter read. It concluded in dramatic tones: “The decision to discontinue the Greek program shakes and weakens everything we have built together.”
The letter bore the signatures of members of both the Greek and Cypriot parliaments who – by coincidence – were in Germany at the time as guests at the party congress of the Christian Democratic Union (CDU), the German governing party. There, according to reports, a delegation led by the New Democracy lawmaker Tasos Chatzivasileiou held initial talks with German politicians aimed at saving the program.
A key role in this early phase of the campaign was played by the Athens office of the Konrad Adenauer Foundation (KAS) and its director, Marian Wendt, who not only maintains close ties with Greece’s governing party but is also well connected in Berlin as a former member of the German Bundestag. “Preserving Deutsche Welle’s Greek-language programs is of great importance for German-Greek relations, which is why the Konrad Adenauer Foundation is advocating strongly for their continuation,” the foundation representative said.
Wendt did not stop at rhetorical appeals. He initiated an official petition campaign aimed at persuading the German Bundestag to revisit the decision. The petition soon became the centerpiece of the civil society effort to preserve the service, explicitly invoking the broader political context: “Under no circumstances should the impression arise that Germany is once again abandoning Greece,” it stated.
That broader perspective appears to have been lost on bureaucrats at Deutsche Welle headquarters when they decided to eliminate the Greek service – the only one among more than 30 language services – in order to save a few hundred thousand euros. According to sources familiar with the matter, no political discussion took place, let alone a geostrategic assessment or weighing of the implications of the restrictive decision.
Within the fabric of German-Greek relations, Deutsche Welle plays an important role. Unlike Western competitors from the United States and France – which have earned goodwill in Greece through major arms deliveries and political commitments in the context of Greek-Turkish relations – Berlin’s policy toward Greece relies largely on instruments of so-called soft power. State-supported institutions such as the Goethe-Institutes, the German Archaeological Institute and German schools, alongside intensive economic ties, play a key role. In that sense, Deutsche Welle’s Greek language service clearly belongs to this category, having delivered “Made in Germany” journalism to millions of viewers and listeners in Greece and Cyprus for more than 60 years.
The prospect of its closure has prompted protests at the highest levels. In a public statement, the president of the Greek Parliament, Nikitas Kaklamanis, said the move would “sadden us greatly.” Annita Demetriou, president of the Cypriot Parliament, expressed similar concerns, recording her “deep worry” and warning that the closure would amount to “a downgrading of the official language of two member-states of the European Union.”
Earlier, the Cyprus Union of Journalists had expressed solidarity with Deutsche Welle’s Greek editorial team and urged the governments in Athens and Nicosia to intervene. That appeal has since translated into action. According to well-informed sources in Berlin, the foreign ministers of Cyprus and Greece, Constantinos Kombos and George Gerapetritis, have jointly raised the issue with their German counterpart. The Greek foreign minister also addressed the DW issue during his recent bilateral meeting with German Foreign Minister Johann Wadephul in Berlin – placing it prominently on the agenda, even before discussions on Greek-Turkish relations.
Germany’s foreign minister, who is grappling with far weightier issues amid geopolitical turbulence, is said to have described the decision by Deutsche Welle’s governing bodies internally as an “unnecessary burden” on bilateral relations.
The threatened closure has already led to diplomatic irritations between Berlin on the one hand and Athens and Nicosia on the other. The question now is how the decision – apparently insufficiently vetted politically – can be corrected. The focus is less on Deutsche Welle’s leadership than on members of the German Bundestag and the appropriate committees, which can mandate adjustments in the context of budget deliberations.
In recent days, numerous behind-the-scenes discussions have been taking place in that direction. A milestone in the effort to preserve Deutsche Welle’s Greek service may come with the planned visit of Wadephul to Athens in May. The visit is also expected to address an action plan to elevate bilateral relations to a new level over the next decade. The German side would be well advised to do everything in its power to ensure that the unresolved future of Deutsche Welle’s Greek service does not spoil the mood at the ministerial talks.
Dr Ronald Meinardus is senior research fellow at the Hellenic Foundation for European and Foreign Policy. He served as head of the Greek service of Deutsche Welle from 1993 to 1996.
https://www.ekathimerini.com/opinion/1299826/battle-to-save-deutsche-welle-reaches-political-level/