Oταν η Αμερική παύει να είναι βεβαιότητα: Η Ευρώπη σε αμηχανία, η Ελλάδα σε στρατηγική αναπροσαρμογή (από την εφημερίδα “Η Καθημερινή” της 28.1.2026)
Με απροκάλυπτη περιφρόνηση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιτέθηκε φραστικά στην Ευρώπη, εξυμνώντας το δίκαιο του ισχυρού — μια αρχή που ενσαρκώνει όσο κανείς άλλος
Τι θυελλώδεις ημέρες ήταν αυτές. Πρώτα ήρθαν οι στρατιωτικές απειλές, οι απόπειρες εκβιασμού μέσω νέων δασμών, οι προσβολές και οι ταπεινώσεις. Και ύστερα, στο φινάλε του μεγάλου θεάματος του Τραμπ στο Νταβός, η θεαματική αναδίπλωση: η στρατιωτική απειλή αποσύρθηκε από το τραπέζι και η συζήτηση περί προσάρτησης της Γροιλανδίας εξαφανίστηκε ξαφνικά επίσης.
Εν τω μεταξύ, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πασχίζουν να αποκρυπτογραφήσουν τα κίνητρα πίσω από την παρορμητική στάση του Αμερικανού προέδρου, ενώ ταυτόχρονα προειδοποιούν ότι, δεδομένης της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του Τραμπ, δεν υπάρχει κανένας λόγος για σήματα λήξης συναγερμού.
Με απροκάλυπτη περιφρόνηση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιτέθηκε φραστικά στην Ευρώπη, εξυμνώντας το δίκαιο του ισχυρού — μια αρχή που ενσαρκώνει όσο κανείς άλλος. Ο Ντόναλντ Τραμπ απολαμβάνει τον ρόλο του μεγάλου καταστροφέα. Η παραδοσιακή, βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη δεν έχει θέση στην κοσμοαντίληψή του. Την ίδια στιγμή, αρχίζουν να διαφαίνονται τα πρώτα περιγράμματα νέων διεθνών δομών.
Η αποδόμηση της παλαιάς τάξης και η ανάδυση μιας νέας δεν συνιστούν ένα μεμονωμένο γεγονός. Αυτό που καθίσταται ορατό, αντιθέτως, είναι μια διαδικασία, μια νέα δυναμική στη διεθνή πολιτική. Επηρεάζει όχι μόνο το παγκόσμιο σύστημα στο σύνολό του αλλά και, όταν αναλυθεί στο επίπεδο των εθνικών κρατών, την εξωτερική πολιτική ενός μεγάλου αριθμού κυβερνήσεων. Αμυδρά διαγράφονται τα περιγράμματα μιας νέας διαχωριστικής γραμμής: από τη μία πλευρά, οι πιστοί του Τραμπ, οι οποίοι χωρίς πολλούς δισταγμούς τον ακολούθησαν στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του· από την άλλη — και αυτοί αποτελούν την πλειονότητα — οι κυβερνήσεις που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε αυτό που άλλοτε ήταν η ηγετική δύναμη της Δύσης και δεν είναι πλέον διατεθειμένες να χορεύουν στον ρυθμό του Αμερικανού προέδρου.
Οι συνέπειες της συνειδητοποίησης ότι στην Αμερική δεν μπορεί πλέον να βασίζεται κανείς διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Ιδιαίτερα οδυνηρή — και επικίνδυνη — είναι η αποσύνθεση της διατλαντικής αλληλεγγύης για τη Δανία, παραδοσιακά έναν από τους πιο πιστούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Για τη Γερμανία, η ρήξη με την Ουάσιγκτον είναι δραματική: οι Γερμανοί μπορούν να παρακολουθήσουν σε αργή κίνηση πώς μια ιστορική φιλία οδηγείται στην ταφή. Σύμφωνα με το εθνικό αφήγημα, οι Γερμανοί οφείλουν στους Αμερικανούς όχι μόνο την απελευθέρωση από τον φασισμό του Χίτλερ αλλά, μισό αιώνα αργότερα, και την αποκατάσταση της εθνικής ενότητας. Υπό την προστασία του αμερικανικού στρατού, η μεταπολεμική Γερμανία εξελίχθηκε σε κορυφαία βιομηχανική δύναμη. Τώρα, σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη προσδοκία, η χώρα στο κέντρο της Ευρώπης καλείται να αναλάβει ηγετικό ρόλο σε ηπειρωτικό επίπεδο. Το πόσο απροετοίμαστο είναι το Βερολίνο για έναν τέτοιο ρόλο καθίσταται εμφανές από την αδυναμία του να παράσχει στην Ουκρανία την αποφασιστική βοήθεια που απαιτείται για την απόκρουση της συνεχιζόμενης ρωσικής επιθετικότητας.
Και πού τοποθετείται η Ελλάδα μέσα σε όλη αυτή τη γεωστρατηγική αναταραχή; «Ανήκομεν εις την Δύσιν» — μια διακήρυξη που αποτυπώνει με συνοπτικό τρόπο τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας. Η ιστορική απόφαση του θρυλικού πολιτικού Κωνσταντίνου Καραμανλή βρήκε πρακτική έκφραση στη συμμετοχή της Αθήνας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά, η Ελλάδα είναι στενά διαπλεκόμενη με την Ευρώπη. Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια — και οι Έλληνες σκέφτονται πρωτίστως την απειλή που προέρχεται από τον αναθεωρητικό γείτονα στα ανατολικά — η Αθήνα δεν επιθυμεί να στηρίζεται αποκλειστικά στους Ευρωπαίους εταίρους της. Ως στρατιωτικός προστάτης και προμηθευτής οπλικών συστημάτων, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν αναντικατάστατες στη στρατηγική σκέψη της Ελλάδας.
Οι ρωγμές στο διατλαντικό οικοδόμημα ωθούν τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε θεμελιώδεις στρατηγικές επανεκτιμήσεις. Κόντρα στη χορωδία των σκεπτικιστών, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, δεν έχει ακόμη εγκαταλείψει τους Αμερικανούς, προειδοποιώντας να μην «προεξοφληθεί πρόωρα το τέλος της διατλαντικής εταιρικής σχέσης». Και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιτίθεται σε μια ριζική ρήξη με τον Τραμπ: «Είμαι ένθερμος υποστηρικτής της διατλαντικής εταιρικής σχέσης. Αναγνωρίζω ότι, εάν παραμείνουμε ενωμένοι, σταθεροί αλλά εποικοδομητικοί, μπορεί να βρεθεί μια λύση».
Όταν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί επικαλούνται αυτές τις ημέρες την ευρωπαϊκή ενότητα, το πράττουν με μια σημαντική δόση ευσεβούς πόθου. Ο Τραμπ έχει κηρύξει πόλεμο κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περιφρονεί το μπλοκ, καθώς το θεωρεί αδύναμο — αλλά πρωτίστως επειδή αντιμετωπίζει με απαξίωση τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αξίες που, μέχρι πρόσφατα, συνέδεαν την Ευρώπη με την Αμερική. Μεταξύ των βαρών από τα οποία επιδιώκει να απαλλαγεί συγκαταλέγονται το διεθνές δίκαιο και η αρχή που κατοχυρώνεται σε αυτό, της απαραβίαστης των εθνικών συνόρων.
Για την Αθήνα, αυτό συνιστά υπέρβαση μιας κόκκινης γραμμής. Για την Ελλάδα, οι αρχές αυτές είναι απαραβίαστες και αποτελούν το σημαντικότερο πολιτικό της οπλοστάσιο στη διαρκή αντιπαράθεση με την Τουρκία. Πώς θα μπορούσε η Αθήνα να μην αντιταχθεί στα σχέδια προσάρτησης της Γροιλανδίας από τον Τραμπ και, ταυτόχρονα, να αναμένει τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην τουρκική κατοχή της βόρειας Κύπρου και στις προκλήσεις της Άγκυρας κατά της θαλάσσιας κυριαρχίας της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο;
Στην ανησυχία της Αθήνας προστίθεται και ο επιδεικτικός θαυμασμός του Τραμπ για τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της εθνικής στρατηγικής της Ελλάδας υπήρξε επί μακρόν η σχεδόν βεβαιότητα ότι, σε περίπτωση επικείμενης στρατιωτικής κλιμάκωσης, η Ουάσιγκτον θα οδηγούσε τελικά την ηγεσία της Άγκυρας σε αναδίπλωση. Οι στρατιωτικές απειλές του Τραμπ εναντίον της Δανίας, μέλους του ΝΑΤΟ, καθώς και, πιο πρόσφατα, η άρση της προστασίας προς τους δοκιμαζόμενους Σύρους Κούρδους — επί μακρόν συμμάχους της Ουάσιγκτον — έχουν ενισχύσει τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Αθήνα δεν παρακολουθεί παθητικά τις τεκτονικές μετατοπίσεις στον κόσμο και στη γειτονιά της. Οι εργασίες για μια νέα, εναλλακτική αρχιτεκτονική ασφάλειας έχουν προχωρήσει, ενώ οι απαρχές τους προηγούνται της δεύτερης ορκωμοσίας του Ντόναλντ Τραμπ. Σε αυτό περιλαμβάνονται νέες μορφές στρατιωτικής συνεργασίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, καθώς και ένα, για τα ελληνικά δεδομένα, σαρωτικό πρόγραμμα επανεξοπλισμού, στο οποίο η Γαλλία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο.
Εξίσου σημαντική — αν και πολύ λιγότερο αντιληπτή από το ευρύ κοινό — είναι η νέα ποιότητα των στρατιωτικών σχέσεων με το Ισραήλ. Τα τελευταία χρόνια, το εβραϊκό κράτος έχει σταδιακά αναδειχθεί σε κεντρικό πυλώνα της ελληνικής πολιτικής ασφάλειας. Με τη συμπερίληψη της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχει διαμορφωθεί στην Ανατολική Μεσόγειο ένα στρατιωτικό δίκτυο που συμπληρώνει τις υφιστάμενες δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ — χωρίς να τις αντικαθιστά τυπικά.
Ήταν θέμα σύμπτωσης ότι, την ίδια στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός γκρέμιζε τα θεμέλια της δυτικής συμμαχίας, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ίσραελ Κατς, γινόταν δεκτός με πλήρεις τιμές στην Αθήνα. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους, την οποία ο Κατς χαρακτήρισε «άγκυρα σταθερότητας στη Μεσόγειο». Μαζί, όπως δήλωσε, σκοπεύουν να αποτρέψουν την υπονόμευση αυτής της σταθερότητας από εξωτερικούς παράγοντες. Δεν διευκρίνισε από πού προέρχεται η απειλή. Όταν όμως ο Κατς, αναφερόμενος εκτός από τη Γάζα και τη Συρία για πρώτη φορά σε αυτό το πλαίσιο και στο Αιγαίο, έγινε σαφές σε όλους ότι η ελληνοϊσραηλινή σύμπλευση λειτουργεί ως αποτρεπτικό μήνυμα με αποδέκτη την Άγκυρα.
* Ο Δρ Ρόναλντ Μαινάρντους είναι Κύριος Ερευνητής στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).