
O Σπύρος Μοσκόβου εργάστηκε για πολλά χρόνια αλλά και διηύθυνε, μέχρι πρόσφατα, το Ελληνικό Πρόγραμμα της Deutsche Velle. Δημοσίευσε στο protagon.gr στις 2 Μαρτίου 2026 ένα άρθρο με τίτλο “Deutsche Welle: Η ανατομία μιας απόφασης”:
Η Ελληνική Eκπομπή της Deutsche Welle ενηλικιώθηκε πολιτικά ένα βράδυ του 1969, όταν ο τότε διευθυντής Κώστας Νικολάου έπεισε τον σοσιαλδημοκράτη γενικό διευθυντή του σταθμού Βάλτερ Στάιγκνερ ότι το πρόγραμμα έπρεπε να πάρει απροκάλυπτα αντιδικτατορικό χαρακτήρα και να υπονομεύει συστηματικά τη χούντα των Αθηνών, και ας ήταν επισήμως η «κυβέρνηση» συμμάχου χώρας
Πολλοί στην Ελλάδα και στην Κύπρο δεν κατανοούν την εσπευσμένη απόφαση της νέας διοίκησης της Deutsche Welle να περιλάβει στα μέτρα εξοικονόμησης, τα οποία ήταν υποχρεωμένη να λάβει, το κλείσιμο σύσσωμης μίας και μόνης από τις 32 συνολικά συντάξεις του σταθμού, της ελληνικής. Η διοίκηση κάνει λόγο για στρατηγική επιλογή, αφού η εδραίωση της δημοκρατίας στην Ελλάδα καθιστά πια περιττή την ύπαρξη ενός ελληνικού τμήματος. Το γνωρίζαμε όλοι αυτό, ότι εδώ και δεκαετίες η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν είναι υπό αίρεση. Αλλά εξίσου επί δεκαετίες πια το Ελληνικό Πρόγραμμα δεν προσφέρει στους Ελληνες δημοκρατική πολιτική αγωγή, αλλά εμπλουτίζει στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής πολυφωνίας την ενημέρωση από μια κάπως διαφορετική σκοπιά, από μια ελαφρώς άλλη προοπτική. Οπως το κάνουν και οι υπόλοιπες συντάξεις της Deutsche Welle που απευθύνονται σε σταθερές πλέον δημοκρατίες της ΕΕ, στα βουλγαρικά, τα ρουμανικά, τα κροατικά και τα πολωνικά. Με άλλα λόγια, η έωλη επίκληση της αταλάντευτης δημοκρατίας δεν πείθει. Ολα έχουν να κάνουν με την ιστορία. Η Ελληνική Eκπομπή της Deutsche Welle ενηλικιώθηκε πολιτικά ένα βράδυ του 1969, όταν ο τότε διευθυντής Κώστας Νικολάου έπεισε τον Σοσιαλδημοκράτη γενικό διευθυντή του σταθμού Βάλτερ Στάιγκνερ ότι το πρόγραμμα έπρεπε να πάρει απροκάλυπτα αντιδικτατορικό χαρακτήρα και να υπονομεύει συστηματικά τη χούντα των Αθηνών, και ας ήταν επισήμως η «κυβέρνηση» συμμάχου χώρας. Και η βαρετή εκείνη εκπομπή στα βραχέα μεταμορφώθηκε από μια ομάδα ατίθασων ελλήνων δημοσιογράφων σε πολιτική παραμυθία της φιμωμένης Ελλάδας.
Σύμφωνα με τις μετρήσεις της εποχής, τρία εκατομμύρια συντονίζονταν κάθε βράδυ στα βραχέα για να ακούσουν τη φωνή της ελευθερίας. Αλλά η επιτυχία είχε και το κόστος της: τις έντονες αντιδράσεις από την Αθήνα, τις ενστάσεις της οικονομίας, τις παραινέσεις της πολιτικής. Το ραδιοφωνικό προϊόν ήταν αποτέλεσμα μιας καθημερινής διελκυστίνδας ανάμεσα στη διοίκηση και τη δημοσιογραφική ομάδα για το τι έπρεπε και τι επιτρεπόταν να λεχθεί. Διαρκής αναστάτωση, δηλαδή, για έναν κουμπωμένο σταθμό που δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε πολλά και δεν είχε γευθεί μεγάλες επιτυχίες. Οι εσωτερικές εκθέσεις της εποχής που βρίσκονται σήμερα στα ομοσπονδιακά αρχεία στο Κόμπλεντς πιστοποιούν περίτρανα την αμφιθυμία της Deutsche Welle απέναντι στο ελληνικό πρόγραμμα, υπερηφάνεια για την επιτυχία του, αλλά και δυσφορία για την πολιτική αιχμηρότητά του, που χάλκευε προδιαγραφές και για τους υπόλοιπους. Ωστόσο ούτε η πορτογαλική ούτε η ισπανική σύνταξη έκαναν τότε κάτι ανάλογο με το ελληνικό πρόγραμμα, κι ας είχαν στις χώρες τους δικτατορίες, αλλά ούτε και η τουρκική, στις περιόδους των στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Ηταν φυσικό, λοιπόν, η γραφειοκρατία να ανασάνει μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, που σήμαινε την παλινόρθωση και της δικής της ευταξίας. Οχι άλλες συγκρούσεις, όχι άλλη αναμπουμπούλα, όχι άλλα κακά λόγια στο μικρόφωνο. Και τότε ναι, έκανε με ανακούφιση τη στρατηγική επιλογή ότι, επιτέλους, τα ελληνικά δεν χρειάζονταν. Δεν υπήρξε έκτοτε γενικός διευθυντής στον οποίο η βαθιά αυτή γραφειοκρατία σε όλα τα αλληλοδιάδοχα σχήματά της να μην ψιθύρισε τη στρατηγική της επιλογή. Μάταια, επειδή οι γενικοί διευθυντές διέθεταν πολιτικό ένστικτο, ως πολιτικοί οι ίδιοι ή δημοσιογράφοι. Μάταια, επειδή το Ελληνικό Πρόγραμμα διαθέτει ένα τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο, ως η πρώτη θετική επένδυση της Γερμανίας στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο και την Kατοχή. Αλλά τι θα γίνει αν κάποια στιγμή αναλάβει καθήκοντα μια διοίκηση γέννημα θρέμμα αυτής της γραφειοκρατίας, που δεν ξεχνά τις επιλογές της ποτέ;