Ο Τάσος Γιαννίτσης παρουσίασε την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου το βιβλίο του
“ΕΛΛΑΔΑ 1953-2024. Χρόνος και Πολιτική Οικονομία”
σε μία εκδήλωση, που οργάνωσε ο Όμιλος Πολιτισμού και Κοινωνικού Προβληματισμού Ιωαννίνων και οι Εκδόσεις Πατάκη στον πολιτιστικό πολυχώρο “Δημήτρης Χατζής” στα Παλιά Σφαγεία, με ομιλητές τον Αλέκο Παπαδόπουλο, πρ. υπουργό, τον Χριστόφορο Σαρδελή, οικονομολόγο, πρόεδρο ΟΑΣΑ.
Η ομιλία του Τάσου Γιαννίτση:
Ιωάννινα, Παρουσίαση βιβλίου Τάσος Γιαννίτσης: Ελλάδα 1953-2024. Χρόνος και Πολιτική Οικονομία (Κ. Κωστής, εισαγωγικό), (εκδ. Πατάκη, 2025)
Το βιβλίο έχει στον τίτλο του τις λέξεις «χρόνος και πολιτική οικονομία». Η έννοια του χρόνου έχει μεν μια αοριστία, αλλά και ωθεί τη σκέψη να κινηθεί έξω από συμβατικές αναφορές. Οπωσδήποτε, στο βιβλίο, αφορά τις εξελίξεις στην ελληνική κοινωνία, αφορά και το συγγραφέα, αλλά φορά και τους αναγνώστες του βιβλίου. Εκφράζει μια γραμμική σύνδεση εξελίξεων σε ένα μακρύ διάστημα (1953-2024), εκφράζει και τις διακυμάνσεις που συνδέουν την επίδραση του παρελθόντος με το εκάστοτε σήμερα ή και το μέλλον, εκφράζει και όσα βίωσε ή έχουν επηρεάσει την αντίληψή του ο καθένας από εμάς. Συνδέεται με τις δεκαετίες που σφράγισαν την εξέλιξη της κοινωνίας μας, τις αλληλεπιδράσεις τους, όπως τις βίωσα ο ίδιος, όπως και τη σχέση τους με τις διεθνείς και με τις εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις.
Η συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου δημιουργεί απροσδιόριστες αφορμές να κάνει κανείς, πιο προσωπικούς απολογισμούς. Το πώς κάποτε θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, -συλλογικά, όχι ατομικά. Η δική μου γενιά είχε πολλούς λόγους. Την ώθηση της χώρας από την υπανάπτυξη στην ανάπτυξη. Τη μετάβαση από μια χωλή δημοκρατία και μια δικτατορία στη δημοκρατία. Την σύνδεση της κοινωνίας με τα μεγάλα προοδευτικά ρεύματα της Ευρώπης. Και άλλα. Κάποια, τα πετύχαμε, διαπιστώνοντας, ότι στη διάρκεια του χρόνου η πραγματικότητα άλλαζε και εμάς. Ή και δεν μας άλλαζε, αλλά μας απογοήτευε πολύ. Ότι μέσα από τις ατομικές και συλλογικές μας δράσεις προέκυπταν νέες πραγματικότητες, που και αυτές με τη σειρά τους έπρεπε στη συνέχεια να αλλάξουν. Αυτή ήταν η πορεία της ζωής και το βιβλίο είναι μια καταγραφή προσωπικών και συλλογικών προσδοκιών, προσπαθειών ή χιμαιρών στη διάρκεια του χρόνου που πέρασε, αλλά και του χρόνου που έρχεται.
Έξη επισημάνσεις:
1. Θα ξεκινούσα από το προφανές, ότι στην πορεία του μακρού χρόνου που εξετάζεται, η Ελλάδα προχώρησε, αλλά με πολλές παλινδρομήσεις και προβληματικές πολιτικές και με πολλές πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις που επηρέασαν άλλοτε θετικά, άλλοτε αρνητικά το εθνικό μας σκηνικό, με κορύφωση τη μεγάλη κατάρρευση που ξέσπασε το 2009 και επηρεάζει την πραγματικότητά μας μέχρι σήμερα.
Τα πιο βασικά σημεία της πορείας αυτής (1967, 1974, 1985, 1989, 2009) έχουν δύο βασικά επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά: Πρώτον, ότι στα σημεία-τομές -κατά βάση σημεία κρίσης- «σταμάτησαν να λειτουργούν οι κινητήριες δυνάμεις» που μέχρι τότε στήριζαν την οικονομία -ή την πολιτική. Οι κινητήριες δυνάμεις ήταν ο εξωτερικός δανεισμός, η τραπεζική χρηματοδότηση, χαλαρές δημοσιονομικές και άλλες πολιτικές και η παράκαμψη από την πολιτική ακόμα και εξαιρετικά σοβαρών μας προβλημάτων. Δεύτερον, ακολουθούσε μια μεγάλη ή μικρότερη κρίση.
Για όλο αυτό το διάστημα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες, ακολουθώντας με υστέρηση τους ρυθμούς μετασχηματισμού και προσαρμογής άλλων χωρών. Αυτό, δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Είναι ο κανόνας. Κάθε χώρα υστερεί έναντι άλλων και υπερτερεί έναντι άλλων και οι ιεραρχίες αυτές μεταβάλλονται στο χρόνο. Το πρόβλημα όμως, είναι διαχρονικό και «συστημικό». Γι’ αυτό και εξετάστηκαν οι πολιτικές μας σε θέματα τεχνολογίας, εκπαίδευσης, παραγωγικότητας, διαφθοράς, κράτους δικαίου, πολιτικής αποτελεσματικότητας στη Διακυβέρνηση. Διαπιστώνουμε, ότι δεν δώσαμε σημασία στο ότι ανάπτυξη, σύγκρουση για το νεωτερικό, και προσέγγιση της χώρας μας προς τις κοινωνίες που είναι στην «επάνω πλευρά» της διεθνούς πυραμίδας, συνιστά μια αέναη διαπάλη παλιού και νέου, στην οποία κάθε χαλαρότητα ή αντίσταση στην πραγματικότητα οδηγεί στην εμπλοκή, και η εμπλοκή οδηγεί σε δυσκολότερες συνθήκες.
Σίγουρα είμαστε σήμερα αρκετά καλύτερα από το 2015 ή το 2019.Όχι όμως και από το 2005-8. Όμως προχωράμε πολύ αργά και αβέβαια. Και υπάρχει έντονα η αίσθηση ενός κενού για κάτι πιο αισιόδοξο, αποφασιστικό και ιδεολογικά συναρπαστικό.
2. Η περίοδος 1982-1988 έχει μια ιδιαίτερη θέση στην ανάλυσή μου. Πολύ συχνά έχει γίνει αντικείμενο ισχυρών επικρίσεων, ενώ, επίσης, λειτούργησε ως άλλοθι για πολλά προβληματικά φαινόμενα που εμφανίστηκαν χρόνια αργότερα. Όμως, στην περίοδο εκείνη, κυβέρνηση και κοινωνία κλήθηκαν να πληρώσουν το ΜΕΓΑ-τίμημα κεντρικών λαθών και τραυμάτων που είχαν μεσολαβήσει πριν το 1974, όπως το δυστοπικό μετεμφυλιακό παρελθόν και τα ΜΕΓΑ-λάθη της δικτατορίας. Υπήρξε ισχυρή πολιτική και κοινωνική πίεση για δικαίωση και ανταπόκριση της δημοκρατίας σε θεμελιακά αιτήματα. Επιπλέον, τείνουμε να παραβλέπουμε, ότι στη δεκαετία του 1980 «ο συνδυασμός εθνικών και διεθνών ανατροπών ωθούσε την ιστορία προς κατευθύνσεις, που στις συνθήκες της εποχής ούτε ήξερε κανείς από πριν πού οδηγούσαν, ούτε τι δυσκολίες θα έφερναν, ούτε με ποιες πολιτικές και εργαλεία θα αντιμετωπίζονταν», καθώς «ήταν πρωτόγνωρες και απαιτούσαν θεωρήσεις που μόνον αργότερα μπορούσε κανείς να δει πιο καθαρά». Επιπλέον, η περίοδος εκείνη ταυτίζεται με την πρώτη εμπέδωση του Κοινωνικού Κράτους στην εξέλιξη της χώρας, που συνιστούσε μια πολύ σημαντική αλλαγή, η οποία έφερε την Ελλάδα πιο κοντά στο ευρωπαϊκό οικονομικό-κοινωνικό υπόδειγμα. Η σημασία της φάνηκε στις επόμενες δεκαετίες.
Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι, πόσο εφικτό πολιτικά ήταν να παγώσουν πριν ή μετά το 1985 οι θετικές οικονομικές και κοινωνικές ρυθμίσεις που είχαν θεσπιστεί το 1974-80 και, ιδίως, μετά το 1981, με το επιχείρημα, ότι τα διεθνή οικονομικά δεδομένα και το σκηνικό είχαν ανατραπεί. Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.
3. Η οικονομική πολιτική της μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο κενό σε σχέση με το παραγωγικό σύστημα, την ανάπτυξη, την απασχόληση και τις αμοιβές, με εξαίρεση τις μεγάλες επενδύσεις υποδομής μεταξύ 1996 και 2004. Από το 1974 και μετά, η οικονομική πολιτική επικεντρώθηκε στο χειρισμό των δημοσιονομικών, των εισοδηματικών και των πολιτικών αποσταθεροποιήσεων που προκαλούσε είτε η ίδια η πολιτική, είτε εξωγενείς εξελίξεις. Αγνόησε το γεγονός, ότι σημαντικό τμήμα του πλέγματος των μακροοικονομικών ανισορροπιών οφειλόταν στον τρόπο λειτουργίας του ίδιου του συστήματος παραγωγής και της απουσίας πολιτικών που να έχουν στο επίκεντρο το παραγωγικό σύστημα της χώρας. Το να «παίζεις» και να ανακατεύεις συνεχώς τα μακροοικονομικά, τα φορολογικά, τα επιδοματικά και άλλα μεγέθη, αγνοώντας τον παράγοντα «παραγωγική διάρθρωση» είναι εκπληκτικό εργαλείο για την κομματική/εκλογική διαχείριση, αλλά συνεπάγεται καταστροφικές συνέπειες για την παραγωγική αναδιάρθρωση και τη δυναμική της οικονομίας.
4. Ο παράγοντας «κουλτούρα» είναι κλειδί για να καταλάβει κανείς πολλά απ’ όσα χαρακτήρισαν την περίοδο της Μεταπολίτευσης -και όχι μόνο. Το πώς εξελίχθηκε η χώρα δεν ήταν θέμα μόνο οικονομικών, πολιτικών ή κοινωνικών παραγόντων. Διαμορφώθηκε μια κουλτούρα στη σχέση πολιτών, κράτους και παραγωγικού συστήματος που επηρέασε την εξέλιξη της χώρας συνολικά. Ιδιαίτερα αναφέρομαι στην κουλτούρα της «εύκολης ανάπτυξης», της απαξίωσης του δημόσιου χώρου στα μάτια της κοινωνίας και στην κουλτούρα της βίας.
5. Κεντρική και συμβολική φράση στην εισαγωγή μου είναι η φράση του Ζαν Ζορές «αφήσαμε τη φλόγα και προτιμήσαμε τις στάχτες». Αναφέρεται στην κατάρρευση προσδοκιών, επιδιώξεων, ονείρων ενός τεράστιου τμήματος της κοινωνίας μας και στο ότι ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ήρθαν αντιμέτωπα με έναν κόσμο που ήταν στον αντίποδα αυτού που είχαν πιστέψει. Η φράση αυτή είναι και σήμα κινδύνου για να μην ξαναζήσουμε, με οποιαδήποτε μορφή, μια τέτοια δυστοπική εξέλιξη, και μάλιστα σε συνθήκες με πολλαπλά παράλληλα δυστοπικά χαρακτηριστικά.
Επίσης, η φράση αυτή εκφράζει το ερώτημα πολλών: «τι κάναμε κάποτε με το παρόν, που ήταν το μέλλον μας;», αλλά και «τι κάνουμε σήμερα με το παρόν που είναι το μέλλον μας;». Σηματοδοτεί, επίσης, την αίσθηση ότι δεν ήταν αναγκαίο ή αναπόφευκτο να φτάσουμε εκεί που φτάσαμε, ούτε να ξαναφτάσουμε σε κάτι αντίστοιχο. Η άρνησή μας να ακολουθήσουμε μια γραμμή χωρίς ψευδαισθήσεις για το αύριο, οδήγησε συχνά σε αυτό που φοβόμασταν: δηλαδή σε μια πραγματικότητα που σταθερά διέψευδε τις προσδοκίες μας για το αύριο.
6. Η μετάβαση από τις σημερινές συνθήκες μετα-χρεοκοπίας σε ένα πιο ανθεκτικό, αλλά πολύ πιο θολό 2030 ή 2040 κάνει αναγκαία μια μεγάλη και έγκαιρη στροφή της κοινωνίας μας και του πολιτικού μας συστήματος προς πολύ κρίσιμα και δύσκολα προβλήματα και την εμπέδωση μιας αυτοπεποίθησης ότι μπορούμε να επιτύχουμε καλύτερα αποτελέσματα.
Έτσι, η τελευταία ενότητα του βιβλίου αναφέρεται σε σκέψεις για το αύριο.
Στο ζήτημα αυτό, βλέπω την απόλυτη ανάγκη για μια σειρά από μεγάλες αλλαγές, όπως, ενδεικτικά:
• Την ισχυροποίηση του παραγωγικού μας συστήματος, μέσα από την αξιοποίηση των σύγχρονων κινητήριων δυνάμεων της ανάπτυξης (ΑΙ-τεχνολογία, εκπαίδευση, επενδύσεις, εξειδικευμένοι στόχοι). Αντ’ αυτών, οι δικοί μας κινητήριοι μοχλοί της ανάπτυξης είναι το real estate, δηλ. η κερδοσκοπία και πώληση ακινήτων, οι κοινοτικές ενισχύσεις, με ισχυρές δόσεις διαφθοράς ή σπατάλης, και η ανάπτυξη υπηρεσιών χαμηλής ή μεσαίας τεχνολογικής έντασης (εμπόριο, εστίαση, ξενοδοχειακά, δημόσιος τομέας κ.ά.).
• Μεγάλες αλλαγές στο υπόδειγμα διακυβέρνησης. Το πώς λειτουργεί το κράτος, οι θεσμοί, τα πρόσωπα θα καθορίσουν τη μορφή και τη δύναμη της χώρας -και κάθε χώρας- στην επόμενη εικοσαετία, όπως και στο παρελθόν.
• Την ανάγκη μιας αναπτυξιακής-βιομηχανικής και τεχνολογικής πολιτικής στα σημερινά δεδομένα.
• Την προστασία της δημοκρατίας.
Η εμπειρία τόσων δεκαετιών οδηγεί σε μια κεντρική διαπίστωση. Το αύριο της κοινωνίας μας, της χώρας μας, το δικό μας, δεν εξαρτάται από λόγια, αλλά από πράξεις. Από το πώς δημόσια πρόσωπα, κόμματα, πολίτες χειριζόμαστε θεσμούς, το Σύνταγμα, τις συμπεριφορές μας στο δημόσιο ή και τον ιδιωτικό μας χώρο, πόσο σεβόμαστε όσα θεσμοθετούμε και πολλά ακόμα πασίγνωστα. Αν το παρελθόν κληρονομείται, το μέλλον κατακτάται. Και εμείς, θεωρητικά, είμαστε και οι κληρονόμοι και οι κατακτητές.
Η συγγραφή του βιβλίου τελείωσε το Γενάρη του 2025. Αναφέρω κάτι που είναι αδιάφορο, για να επισημάνω, ότι ακόμα δεν είχαν φανεί οι μεγάλες ανατροπές που έφερε η αμερικανική πολιτική στο παγκόσμιο σύστημα, ούτε και οι συνέπειές της. Οι εξελίξεις αυτές κάνουν ακόμα πιο επιτακτικό το ερώτημα που προσπαθώ να απαντήσω, δηλαδή τι σημαίνουν αυτά για εμάς, τι κάνουμε για το αύριο και τι δεν κάνουμε. Πλέον, δεν έχουμε την πολυτέλεια να έχει το τρίγωνο «ακινησία-αδιαφορία-διαφθορά» τόσο βάρος στη λειτουργία της κοινωνίας μας. Ή μάλλον πάντα την έχουμε, αλλά με τις γνωστές οδυνηρές επιπτώσεις.
Προσπάθησα να συνθέσω ένα αφήγημα που να εξηγεί μια ολόκληρη πορεία της κοινωνίας μας, των ανθρώπων που τη ζήσαμε, τις προσδοκίες τους, τις σκέψεις, τους στόχους και τους τρόπους που λειτούργησαν οι ηγεσίες, οι ισχυροί και οι απλοί πολίτες ή επιμέρους κοινωνικά σύνολα. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία, ότι μέσα σε όλα αυτά είναι πολύ πιθανό ή και βέβαιο, ότι λειτουργούν υποκειμενικά στοιχεία. Όμως, υποκειμενικά στοιχεία λειτουργούν σε όλους και σε όλες τις περιπτώσεις και αυτό είναι που δίνει την ιδιαίτερη ταυτότητα σε κάθε τέτοιο εγχείρημα.
Ολοκληρώνοντας, θα σημειώσω, ότι ένα βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ. Συνεχίζει στα χέρια του αναγνώστη, και η συνέχεια αυτή παίρνει αναρίθμητες μορφές και εκδοχές, που ξεφεύγουν από τις προθέσεις του συγγραφέα του.