1963

Ο Παντελής Παντελούρης, πρώην Πρόεδρος του Συλλόγου και πάντα φίλος, συνάντησε στο Αμβούργο έναν άλλο απόφοιτο και φίλο στενό του Συλλόγου: τον Dieter Klemm, γιό του καθηγητή μας των Καλλιτεχνικών, και μέχρι το 2011στη Διπλωματική υπηρεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Ο Παντελής μας έγραψε:

“Πριν μερικές μέρες συνάντησα τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή – και γνωστό στον σύλλογο – Ulf-Dieter Klemm. Πάνω στη συζήτηση για το σχολείο μου έδωσε να διαβάσω ένα σημείωμα που είχε γράψει για τις αναμνήσεις ενός Γερμανού μαθητή από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Νομίζω ότι είναι ένα κείμενο που θα άξιζε να το αξιοποιούσατε με κάποιο τρόπο. Αν δεν προλαβαίνετε μπορώ να κάνω τη μετάφραση. Πές τε μου.

Χαίρομαι που δώσατε ξεχωριστή ζωή στον σύλλογο και παρακολουθώ τις ποικίλες δραστηριότητες σας.

Πολλούς χαιρετισμούς από τον παλιο-Dörpfeldianer του Αμβούργου.

Παντελής Μ.Παντελούρης”

Εμείς βεβαίως αγγαρέψαμε τον Παντελή να μεταφράσει το κείμενο και έτσι, αφού του στείλουμε τις ευχαριστίες μας αλλα και τους χαιρετισμούς μας στον Dieter, παραθέτουμε το ελληνικό και το γερμανικό (πρωτότυπο) προσθέτοντας για τον Dieter, ότι στα μάτια μας θα είναι πάντα “ο δικός μας Γερμανός”.

Αναμνήσεις από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών

Δρ. Ουλφ-Ντίτερ Κλέμ

Πρέσβυς ε.τ. (Απόφοιτος 1964)

Το θεωρούσα πάντα μεγάλη τύχη και τεράστιο πλούτο να ζήσω έξη χρόνια της νεότητάςμου – απο τα 12 μέχρι τα 18 μου χρόνια – στην Ελλάδα. Η περίοδος αυτή με έχει σφραγίσει μέχρι σήμερα. Στις αναμνήσεις μου καταλαμβάνει μιαξεχωριστή θέση το σχολείο μου, η Γερμανική Σχολή Αθηνών.

Το 1958 ο πατέρας μου, που ήταν καθηγητής εικαστικών στο γυμνάσιο μιας μικρής πόλης τηςανατολικής Βεστφαλίας, επελέγη να υπηρετήσει στη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Ετσιξεκινήσαμε το Σεπτέμβριο του 1958 οι γονείς μου, η μεγαλύτερη αδελφή μου Μπίργκιτ –απόφοιτος και αυτή της ΓΣΑ (1960) – και εγώ και φθάσαμε στην Αθήνα ύστερα από έναπεριπετειώδες ταξείδι μέσω Γιουγκοσλαβίας με ένα μεταχειρισμένο Οπελ. Δεν υπήρχε τότεη Εθνική Οδός. Φθάσαμε στην Ελευσίνα και συνεχίσαμε από την Ιερά Οδό μέχρι τηνΑθήνα.

Οι γερμανόφωνοι μαθητές ήταν τότε λιγοστοί, πέντε με έξι μαθητές ανά χρονιά. Είχαμεγι΄αυτό το μεγάλο προνόμιο, εμείς οι Γερμανοί, Αυστριακοί και Ελβετοί μαθητές, ναπαρακολοθούμε σειρά μαθημάτων, όπως γυμναστική, τεχνικά, χημεία, φυσική, γαλλικά απόκοινού με τους μαθητές της αντίστοιχης ελληνικής τάξης, σαν πραγματικοί συμμαθητές.Πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν λοιπόν φιλίες που κρατούν μέχρι σήμερα. Έλληνεςσυμμαθητές μου με προσκαλούσαν σε πάρτυ στα σπίτια τους, όπου με έκπληξη έβλεπααγόρια και κορίτσια να χορεύουν μαζί. Στο πρώτο μου πάρτυ πήγα με κοντό παντελόνι,επρόκειτο να είναι όμως και η τελευταία φορά.

Οι στενές επαφές με τους Έλληνες συμμαθητές μας. μας βοήθησαν να μάθουμε τα ελληνικά,το ίδιο και το μάθημα Ελληνικών που είχαμε στο γερμανικό τμήμα, δύο φορές τηνεβδομάδα και που ορισμένοι απο τους γερμανόφωνους συμμαθητές μου δεν έπαιρναν και τόσοσοβαρά. Η κυρία Καρβελά κατέβαλε πολλές προσπάθειες να μας μάθει τη γλώσσα και έθεσετις βάσεις των γνώσεων μας στη γραμματική, που διευρύνθηκαν αργότερα απο τον κ.Παπαδάκη και τον κ. Ασωνίτη. Ήδη από τότε δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί πρέπει να βάζω δασείες και ψιλές στα αρχικά φωνήεντα, παρόλο που δεν άλλαζε τίποτε στην προφοράτους. Το ίδιο ίσχυε και για την περισπωμένη. Οταν τελικά καταργήθηκαν, ανέπνευσα καισκέφθηκα οτι άδικα παιδεύτικα.

Τις δύο τελευταίες χρονιές μου στη ΓΣΑ είχα ως καθηγητή Νεοελληνικών τον αλησμόνητοΤιμολέοντα Δημόπουλο. Διαβάζαμε λογοτεχνία, μεταξύ άλλων τον Αλέξη Ζορμπά του ΝίκουΚαζαντζάκη. Κάθε φορά που το κείμενο μιλούσε για τις ερωτικές περιπέτειες του Ζορμπά, οΔημόπουλος έλεγε, «οι επόμενες σελίδες δεν έχουν σημασία, θα συνεχίσουμε με το επόμενοκεφάλαιο». Ήταν αυτονόητο ότι όταν φθάναμε σπίτι διαβάζαμε με ιδιαίτερη προσοχή τις«επόμενες σελίδες». Στον Δημόπουλο χρωστάω τη γνωριμία μου με τον «Ζητιάνο» τουΑνδρέα Καρκαβίτσα. Η γλώσσα αυτού του συγγραφέα με εντυπωσιάσε τόσο πολύ ώστε μετάτο Abitur μου τον Μάϊο του 1964 κάθισα αυθόρμητα και προσπάθησα να μεταφράσω τοβιβλίο στη μητρική μου γλώσσα, χωρίς νάχω κάποιο συμβόλαιο με έναν εκδοτικό οίκο.Υστερα απο πολλές ατελέσφορες προσπάθειες να βρώ εκδοτικό οίκο η μετάφραση παρέμενεγια πολύ καιρό φυλακισμένη σ΄ένα συρτάρι του γραφείου μου, μέχρι που οεκδοτικός οίκος Ρωμιοσύνη της Κολωνίας της έδωσε την ελευθερία της καιτην έβγαλε υπό τη μορφή βιβλίου. Αργότερα μετέφρασα και εξέδωσα αρκετά ελληνικάβιβλία και κείμενα. Οι βάσεις για τη δουλειά αυτή είχαν τεθεί στο μάθημα των νεοελληνικώνστη ΓΣΑ.

Φυσικά και γνώριζα ως μαθητής στην Αθήνα οτι η Ελλάδα βρισκόταν από το 1941 μέχρι το 1944 υπό γερμανική κατοχή. Το μέγεθος όμως των καταστροφών και των δεινών πουυπέστη από τη Βέρμαχτ ο ελληνικός λαός το συνειδητοποίησα αργότερα κατά τη διάρκειατων σπουδών στη Χαϊδελβέργη, όπου είχα επαφή με το σύλλογο Ελλήνων φοιτητών και όπουμε αφορμή το πραξικόπημα των συνταγματαρχών ασχολήθηκα πιο επισταμένως με την ελληνική ιστορία και τον εμφύλιο. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν καθόλουαυτονόητο πως ήδη το 1956, μόλις 12 χρόνια από την αποχώρηση της Βέρμαχτ, Έλληνεςγονείς, κυρίως απο τα μεσοαστικά στρώματα ήταν πρόθυμοι να στείλουν τα παιδιά τους σεένα γερμανικό σχολείο. Ηταν μια τεράστια απόδειξη εμπιστοσύνης και μια ένδειξη οτι ήτανσε θέση να διακρίνουν ανάμεσα στις συνέπειες της απάνθρωπης ιδεολογίας του ναζισμού,που είχε συνεπάρει τόσους πολλούς γερμανούς, και στην «άλλη Γερμανία». Σήμερα, μετά απο 60 χρόνια, κατά τα οποία έχουν αποφοιτήσει από τη ΓΣΑ πολλές χιλιάδες Ελλήνωννέων, θεωρώ σημαντικό να θυμίσω το γεγονός αυτό.

Οπως επίσης και το γεγονός οτι ούτε οι γονείς μου, ούτε η αδελφή μου ή εγώ συναντήσαμεποτέ κάποια εχθρική ή έστω αρνητική αντίδραση ταξιδεύοντας ανά την Ελλάδα μεαυτοκίνητο που είχε γερμανικές πινακίδες. Και αυτό το βρίσκω εκ των υστέρωνασυνήθιστο, και απόδειξη της ικανότητας του ελληνικού λαού να διαχωρίζει τα γεγονότα καιτης προθυμίας του για συμφιλίωση.

Στη θύμισή μου η Γερμανική Σχολή Αθηνών είναι πρώτα απ΄όλα η διεύθυνση Μετσόβου 4 και αργότερα η Ρεθύμνου. Η αυλή με τον μεγάλο φοίνικα, η πρωϊνή προσευχή, τοταλαιπωρημένο πρωινό τραγούδι, υπό τη διεύθυνση ενος συμμαθητή απο το Φάληρο, οοποίος χειμώνα καλοκαίρι ερχόταν με κοντομάνικο. «Ο φοίνικας» ήταν η ονομασία και τηςπρώτης εφημερίδας της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, όπου έγραφε ο συμμαθητής μου οΠαντελής Παντελούρης, που διετέλεσε αργότερα μια ολόκληρη επαγγελματική ζωήακόλουθος τύπου σε διάφορες προξενικές αντιπροσωπείες της Ελλάδας και στις ελληνικέςπρεσβείες στη Βόννη και το Βερολίνο, όπου και είχαμε την ευκαιρία να συναντιώμαστεσυχνά.

Για γυμναστική πηγαίναμε μέσα από το Πεδίον του Άρεως στο γήπεδο του Πανελληνίου,όπου ο κύριος Χίλμπρεχτ μας ξελίγωνε στο τρέξιμο. Αργότερα μεταφερθήκαμε σε μια μικρήτάξη στη Ρεθύμνου, λίγο κάτω απο τη ταράτσα, στο παλιό πλυσταριό, όπου ο κύριος Μπέκερ κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες να μας μάθει τονΜότσαρτ και τον Μπετόβεν. Αυτό το στοιχείο του προσωρινού στην αίθουσα διδασκαλίαςεμένα μου άρεσε, γιατί ενδυνάμωνε την αίσθηση της κοινότητας και την ανθρώπινη επαφή μετις καθηγήτριες και τους καθηγητές.

Ως έφηβος έπιανα λίγα απο τις τότε πολιτικές συνθήκες στην Ελλάδα. Η οικονομία της χώραςαναπτυσσόταν αλματωδώς μετά τις καταστροφές της κατοχής και του εμφυλίου. Η περίοδοςτης διακυβέρνησης υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή χαρακτηριζόταν απο υψηλούς ρυθμούςανάπτυξης και δημοσιονομική σταθερότητα. Για την αρνητική πλευρά, τη μετανάστευση τωναποκαλούμενων Gastarbeiter, τις διακρίσεις σε βάρος της αριστεράς, το παρακράτος γνώριζαπολύ λίγα. Επρόκειτο για ζητήματα που δεν διδάσκονταν στο σχολείο, ούτε και μπορούσανβέβαια να διδαχθούν εκεί. Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι τη νίκη του ΓεώργιουΠαπανδρέου το 1963 ακολούθησε ένα πολιτικό και πολιτιστικό άνοιγμα.Άρχισα τότε να διαβάζω τακτικά ελληνικές εφημερίδες και να ανακαλύπτω θέματα από τηγερμανική κατοχή και τον εμφύλιο που μέχρι τότε αποτελούσαν ταμπού.

Απο το 1986 μέχρι το 1990 είχα μια δεύτερη συνάντηση με την ΓΣΑ. Προς μεγάλη μου χαράτο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών με μετέθεσε ως Μορφωτικό Ακόλουθο στην Πρεσβείατης Ομοσπονδικής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Αθήνα, προφανώς και λόγω τηςελληνομάθειας μου. Γνώρισα τότε τις ευρύχωρες εγκαταστάσεις της ΓΣΑ στον ΠαράδεισοΑμαρουσίου όπου πήγαιναν σχολείο και οι δυο γιοί μου. Ως μορφωτικός ακόλουθος μετείχαex officio συμβουλευτικά στο προεδρείο της σχολής και επί τεσσεράμισυ χρόνια έζησα απόκοντά τη σχολική δραστηριότητα υπό τους Δ/ντές Röske και Dr. Meyer, δίνοντας ιδιαίτερησημασία στην ενίσχυση των σχέσεων της της σχολής με τις ελληνικέςαρχές. Κατά την πρώτη επίσκεψή μου στη σχολή υπό την νέα μου ιδιότητα μευποδέχθηκε η Fräulein Schmidt, η οποία υπηρετούσε ήδη από την δική μου περίοδο στηγραμματεία του Διευθυντού. Έλειπε μόνο η κυρία Ντι Λέρνια με τα απαράμιλλα γερμανο-ελληνικά της, για να νοιώσεις 22 χρόνια πίσω. Στις συναντήσεις μου με απόφοιτους μερωτούσαν συχνά άν ήμουν ο γιός του καθηγητή εικαστικών στα τέλη της δεκαετίας του ΄50και αρχές του ΄60, του κ. Κλέμ.

Ο αριθμός των γερμανόφωνων μαθητών είχε αυξηθεί τόσο πολύ στο ενδιάμεσο διάστημαώστε έπρεπε να συσταθούν δύο γερμανόφωνα τμήματα και τα γερμανικά τμήματα ναχωριστούν εντελώς απο τα ελληνικά.Οι γιοί μου πήγαιναν στο ίδιο σχολείο με τους ‘Ελληνεςμαθητές, δεν είχαν όμως πια Έλληνες συμμαθητές, εκτός από τις περιπτώσεις παιδιών απόμεικτούς γάμους που πήγαιναν στο γερμανικό τμήμα. Αντιστοίχως πολλοί γερμανόφωνοιμαθητές δεν αισθάνονταν την ανάγκη να μάθουν καλά ελληνικά. Οι δυο γιοί μου έχουνξεχάσει δυστυχώς πολλά απο τα ελληνικά τους, παρόλο που ο μεγαλύτερος τα είχε διδαχθεί –όπως και ο πατέρας του – απο την κυρία Καρβελά.

Προς μεγάλη μου ικανοποίηση πληροφορήθηκα κατά την επίσκεψη μου το 2016 στη σχολήοτι η νομοθεσία άλλαξε και δεν εμποδίζει πιά τίποτε την κοινή διδασκαλία Ελλήνων καιγερμανόφωνων μαθητών. Η εμπειρία της κοινής διδασκαλίας συνδέει συχνά εφ΄όρου ζωήςκαι ανοσοποιεί μόνιμα απο προκαταλήψεις και εθνικά στερεότυπα, που τα τελευταία χρόνιαέχουν δυστυχώς εξαπλωθεί στα ελληνικά και γερμανικά ΜΜΕ ως συνέπεια της οικονομικής

και δημοσιονομικής κρίσης.

Βερολίνο, Απρίλιος 2019

Ulf-Dieter Klemm

Abitur 1964

Erinnerungen an die Deutsche Schule Athen

Ich habe es immer als großes Glück und enorme Bereicherung empfunden, sechs Jahre meinerJugend – vom zwölften bis zum 18. Lebensjahr – in Griechenland gelebt zu haben. Diese Zeitprägt mich bis heute. Und einen wichtigen Platz in meinen Erinnerungen nimmt meine Schuleein, die DSA.

1958 wurde mein Vater, bis dahin Kunsterzieher an einem Gymnasium einer ostwestfälischenKleinstadt, an die DSA berufen. So gelangten wir, meine Eltern, meine ältere SchwesterBirgid – ebenfalls Absolventin der DSA (1960) – im September 1958 nach abenteuerlicherFahrt in einem gebrauchten Opel durch Jugoslawien nach Athen. Die Ethnikí Odós gab esnoch nicht, wir erreichten die Ägäis in Eleusis und fuhren über die Ierá Odós nach Athen.

Die Anzahl der deutschsprachigen Schüler war damals gering, fünf, sechs Schüler proJahrgang. Das hatte den großen Vorteil, dass wir deutschen, österreichischen oder SchweizerSchüler mehrere Fächer wie Sport, Kunst, Chemie, Physik, Französisch gemeinsam mitunseren griechischen Jahrgangsgenossen hatten, richtigen Klassenkameraden. Bald bildetensich Freundschaften, die teilweise bis heute halten. Ich wurde von griechischenKlassenkameraden nach Hause eingeladen und zu Partys, bei denen zu meiner ÜberraschungJungen und Mädchen zusammen tanzten. Zu meiner ersten Party war ich in kurzen Hosenerschien, es war definitiv das letzte Mal.

Der enge Kontakt mit griechischen Mitschülern half beim Erlernen der griechischen Sprache,auch der Griechischunterricht in der deutschen Abteilung, zweimal pro Woche, den manchedeutschsprachigen Mitschüler nicht sehr ernst nahmen. Frau Karwelá gab sich viel Mühe mituns und legte die Basis für Grammatikkenntnisse, später weiter gefördert durch die HerrenPapadákis und Assonítis. Schon damals wollte mir nicht einleuchten, wieso ich einen Spiritus

asper (δασεία) oder lenis (ψιλή) auf die Anfangsvokale setzen sollte, obwohl es an derAussprache nichts änderte. Gleiches galt für den Zirkumflex (περισπωμένη). Als sieabgeschafft wurden, habe ich aufgeatmet und gedacht: άδικα παιδεύτηκα.

In meinen letzten beiden Jahren an der DSA war der unvergessene Timoléon Dimópoulosmein Neugriechisch-Lehrer, wir lasen Literatur, u. a. Aléxis Sorbás von Níkos Kazantzákis.Immer wenn der Text die amourösen Abenteuer des Sorbás behandelte, meinte H.Dimópoulos, die folgenden Seiten seien unwichtig, wir machen beim nächsten Kapitel weiter.Klar, dass wir dann zu Hause „die folgenden Seiten“ mit besonderer Aufmerksamkeit lasen.H. Dimópoulos verdanke ich auch die Bekanntschaft mit dem „Bettler“ von AndréasKarkavítsas. Die Sprache des Autors begeisterte mich derart, dass ich mich nach meinemAbitur im Mai 1964 hinsetzte und spontan und ohne Vertrag mit einem Verlag versuchte, denText in meine Muttersprache zu übersetzen. Nach mehreren vergeblichen Versuchen, dieÜbersetzung bei einem Verlag unterzubringen, ruhte sie längere Zeit in einer Schublademeines Schreibtisches, bis schließlich in den 80er Jahren der Romiosini Verlag in Köln sieerlöste und als Buch herausbrachte. Ich habe später noch mehrere griechische Bücher undTexte übersetzt und veröffentlicht, die Basis dafür wurde im Neugriechisch-Unterricht an derDSA gelegt.

Natürlich wusste ich als Schüler in Athen, dass die Wehrmacht Griechenland von 1941 –1944 besetzt hatte, aber das Ausmaß der Zerstörungen und der Leiden der Bevölkerung sindmir erst später, während meines Studiums in Heidelberg, klargeworden, als ich im Verein dergriechischen Studenten verkehrte und, ausgelöst durch den Staatsstreich der Obristen, michintensiver mit der griechischen Geschichte und insbesondere mit dem Zweiten Weltkrieg und

dem Bürgerkrieg beschäftigte. Erst da fiel mir auf, wie wenig selbstverständlich es war, dassab 1956, d. h. gerade mal 12 Jahre nach Abzug der Wehrmacht, griechische Eltern vor allemder Bildungsschicht bereit waren, ihre Kinder auf eine deutsche Schule zu schicken. Das warein enormer Vertrauensbeweis und ein Hinweis, dass sie zwischen den Folgen dermenschenverachtenden Naziideologie, die so viele Deutsche ergriffen hatte, und dem„anderen Deutschland“ zu differenzieren wussten. Heute, fast sechzig Jahre später, nachdemviele Tausende junger Griechinnen und Griechen die DSA absolviert haben, erscheint es mirwichtig, daran zu erinnern.

Und auch daran: Nie sind meine Eltern, meine Schwester und ich auf feindselige oder auchnur ablehnende Reaktionen gestoßen, wenn wir mit deutschem Kfz-Kennzeichen durch dasLand reisten. Auch das empfinde ich im Nachhinein als außergewöhnlich und als Beweis fürdie Differenzierungsgabe und Versöhnungsbereitschaft der griechischen Bevölkerung.

In meiner Erinnerung ist die DSA vor allem die Adresse Metsóvou 4 und später Rethýmnou.Der Hof mit der großen Palme, das Morgengebet und das gemeinsam geschmetterte Lied,dirigiert von einem Mitschüler aus Fáliron, der sommers wie winters im kurzärmligen Hemdauftrat. Die Palme, o fínikas, war der Titel der ersten Schülerzeitung der DSA, derenRedakteur, mein Klassenkamerad Pantelís Panteloúris, später ein ganzes Berufsleben langPresseattaché an verschiedenen griechischen konsularischen Vertretungen und an derBotschaft in Bonn und Berlin war, wo wir uns oft trafen. Zum Sport marschierten wir durchden Park Pedíon tou Áreos zum Panellínion Stadium, wo uns Herr Hilbrecht über dieAschenbahn jagte. Später saß ich in meiner kleinen Klasse im Nebengebäude Rethýmnou,knapp unterhalb der Dachterrasse, wo in der umgestalteten Waschküche (plystarió) HerrBecker versuchte, uns Mozart und Beethoven nahe zu bringen. Mir gefiel das Provisorischeder Unterbringung, es stärkte das Zusammengehörigkeitsgefühl und den menschlichenKontakt mit den Lehrerinnen und Lehrern.

Als Teenager bekam ich von den damaligen politischen Verhältnissen wenig mit.Wirtschaftlich ging es mit Griechenland nach den Zerstörungen der Besatzung und desBürgerkriegs steil bergauf. Die Jahre der Regierung Karamanlís waren von hohem Wachstumund finanzieller Stabilität geprägt. Von den Schattenseiten, der Emigration der sogenanntenGastarbeiter, der Diskriminierung aller Linken, dem Nebenstaat (parakrátos), wusste ichwenig. Dies waren Themen, die an der Schule nicht vermittelt wurden und auch nichtvermittelt werden konnten. Aber ich erinnere mich gut, wie nach dem Wahlsieg von GeórgiosPapandréou 1963 ein politischer und kultureller Aufbruch erfolgte. Ich begann, regelmäßiggriechische Zeitungen zu lesen und entdeckte Themen aus der Besatzungszeit und demBürgerkrieg, die zuvor tabu gewesen waren.

Von 1986 bis 1990 erlebte ich eine zweite intensive Begegnung mit der DSA. Zu meinergroßen Freude hatte mich das Auswärtige Amt als Kulturattaché an die Botschaft derBundesrepublik Deutschland versetzt, wobei meine Griechischkenntnisse sicher eine Rollegespielt haben. Ich lernte die großzügige Anlage der DSA in Parádissos, die meine beidenSöhne besuchten, zu schätzen. Als Kulturattaché saß ich ex officio mit beratender Stimme imSchulvorstand und habe viereinhalb Jahre lang die Geschicke der DSA unter den DirektorenRöske und Dr. Meyer begleitet und insbesondere im Verhältnis zur griechischenSchulverwaltung unterstützt. Als ich beim ersten Besuch in meiner neuen Funktion die Schulebetrat, wurde ich von Fräulein Schmidt begrüßt, die schon in meiner Schülerzeit imVorzimmer des Schulleiters amtierte. Es fehlte nur Frau di Lernia mit ihrem unnachahmlichengermanischen Griechisch, um mich um 22 Jahre zurückzuversetzen. Bei Treffen mitEhemaligen wurde ich dann oft gefragt, ob ich nicht der Sohn des Herrn Klemm sei, desKunsterziehers Ende der 50er, Anfang der 60er Jahre.

Die Anzahl der Schüler im deutschsprachigen Zweig war in der Zwischenzeit so gestiegen,dass zwei Züge gebildet werden mussten und der deutschsprachige Zweig vom griechischenvöllig getrennt wurde. Meine Söhne besuchten zwar mit griechischen Schülern dieselbeSchule, hatten aber keine griechischen Klassenkameraden mehr, es sei denn es handelte sichum Kinder aus deutsch-griechischen Ehen, die den deutschsprachigen Zweig besuchten.

Entsprechend entfiel für viele deutschsprachige Schüler die Notwendigkeit, fließendGriechisch zu lernen. Leider haben meine beiden Söhne ihr Griechisch weitgehend vergessen,obwohl der ältere – wie zuvor sein Vater – von Frau Karwelá unterrichtet wurde.

Zu meiner großen Freude habe ich bei meinem Besuch in der DSA im April 2016 erfahren,dass sich die griechische Schulgesetzgebung geändert hat und einem integrierten Unterrichtvon griechischen und deutschsprachigen Schülern nicht mehr im Wege steht. Die Erfahrung,gemeinsam im selben Klassenzimmer zu sitzen, verbindet häufig ein Leben lang undimmunisiert dauerhaft gegen Vorurteile und nationale Stereotype, die leider in den letztenJahren, ausgelöst durch die Finanz- und Wirtschaftskrise, sowohl in deutschen wiegriechischen Medien verbreitet werden.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Pantelis Pantelouris, ehemaliger Vorsitzender des Vereins und ein bleibender Freund, begegnete in Hamburg einen anderen Ehemaligen und engen Freund des Vereins:

Dieter Klemm, Sohn des damaligen Kunstlehrers und bis 2011 im Diplomatischen Dienst der Bundesrepublik Deutschland tätig.

Pantelis schreibt uns:

“Vor einigen Tagen traf ich meinen alten bekannten Ulf-Dieter Klemm. Während unserer Unterhaltung über die Schule gab er mir eine Aufzeichung, in welcher er die Erinnerungen eines deutschen Schülers der Deutschen Schule Athen darlegt. Ich glaube, dass dieser Text es Wert ist, ihn auf irgend eine Art zu verwenden. Falls nötig könnte ich den Text übersetzen. Es freut mich, dass ihr Leben in den Verein gebracht habt und verfolge eure vielfältigen Aktivitäten.

Viele Grüße von eurem alten-Dörpfeldianer aus Hamburg

Pantelis M. Pantelouris”

Natürlich haben wir Pantelis gebeten den Text zu übersetzen und somit, nach unserem Dank an Pantelis und Grüße an Dieter, führen wir die beiden Texte, den griechischen und deutschen (das Original) nebeneinander auf. In unseren Augen bleibt Dieter immer “unser Deutscher”.

Ulf-Dieter Klemm

Abitur 1964

Erinnerungen an die Deutsche Schule Athen

Ich habe es immer als großes Glück und enorme Bereicherung empfunden, sechs Jahre meinerJugend – vom zwölften bis zum 18. Lebensjahr – in Griechenland gelebt zu haben. Diese Zeitprägt mich bis heute. Und einen wichtigen Platz in meinen Erinnerungen nimmt meine Schuleein, die DSA.

1958 wurde mein Vater, bis dahin Kunsterzieher an einem Gymnasium einer ostwestfälischenKleinstadt, an die DSA berufen. So gelangten wir, meine Eltern, meine ältere SchwesterBirgid – ebenfalls Absolventin der DSA (1960) – im September 1958 nach abenteuerlicherFahrt in einem gebrauchten Opel durch Jugoslawien nach Athen. Die Ethnikí Odós gab esnoch nicht, wir erreichten die Ägäis in Eleusis und fuhren über die Ierá Odós nach Athen.

Die Anzahl der deutschsprachigen Schüler war damals gering, fünf, sechs Schüler proJahrgang. Das hatte den großen Vorteil, dass wir deutschen, österreichischen oder SchweizerSchüler mehrere Fächer wie Sport, Kunst, Chemie, Physik, Französisch gemeinsam mitunseren griechischen Jahrgangsgenossen hatten, richtigen Klassenkameraden. Bald bildetensich Freundschaften, die teilweise bis heute halten. Ich wurde von griechischenKlassenkameraden nach Hause eingeladen und zu Partys, bei denen zu meiner ÜberraschungJungen und Mädchen zusammen tanzten. Zu meiner ersten Party war ich in kurzen Hosenerschien, es war definitiv das letzte Mal.

Der enge Kontakt mit griechischen Mitschülern half beim Erlernen der griechischen Sprache,auch der Griechischunterricht in der deutschen Abteilung, zweimal pro Woche, den manchedeutschsprachigen Mitschüler nicht sehr ernst nahmen. Frau Karwelá gab sich viel Mühe mituns und legte die Basis für Grammatikkenntnisse, später weiter gefördert durch die HerrenPapadákis und Assonítis. Schon damals wollte mir nicht einleuchten, wieso ich einen Spiritus

asper (δασεία) oder lenis (ψιλή) auf die Anfangsvokale setzen sollte, obwohl es an derAussprache nichts änderte. Gleiches galt für den Zirkumflex (περισπωμένη). Als sieabgeschafft wurden, habe ich aufgeatmet und gedacht: άδικα παιδεύτηκα.

In meinen letzten beiden Jahren an der DSA war der unvergessene Timoléon Dimópoulosmein Neugriechisch-Lehrer, wir lasen Literatur, u. a. Aléxis Sorbás von Níkos Kazantzákis.Immer wenn der Text die amourösen Abenteuer des Sorbás behandelte, meinte H.Dimópoulos, die folgenden Seiten seien unwichtig, wir machen beim nächsten Kapitel weiter.Klar, dass wir dann zu Hause „die folgenden Seiten“ mit besonderer Aufmerksamkeit lasen.H. Dimópoulos verdanke ich auch die Bekanntschaft mit dem „Bettler“ von AndréasKarkavítsas. Die Sprache des Autors begeisterte mich derart, dass ich mich nach meinemAbitur im Mai 1964 hinsetzte und spontan und ohne Vertrag mit einem Verlag versuchte, denText in meine Muttersprache zu übersetzen. Nach mehreren vergeblichen Versuchen, dieÜbersetzung bei einem Verlag unterzubringen, ruhte sie längere Zeit in einer Schublademeines Schreibtisches, bis schließlich in den 80er Jahren der Romiosini Verlag in Köln sieerlöste und als Buch herausbrachte. Ich habe später noch mehrere griechische Bücher undTexte übersetzt und veröffentlicht, die Basis dafür wurde im Neugriechisch-Unterricht an derDSA gelegt.

Natürlich wusste ich als Schüler in Athen, dass die Wehrmacht Griechenland von 1941 –1944 besetzt hatte, aber das Ausmaß der Zerstörungen und der Leiden der Bevölkerung sindmir erst später, während meines Studiums in Heidelberg, klargeworden, als ich im Verein dergriechischen Studenten verkehrte und, ausgelöst durch den Staatsstreich der Obristen, michintensiver mit der griechischen Geschichte und insbesondere mit dem Zweiten Weltkrieg und

dem Bürgerkrieg beschäftigte. Erst da fiel mir auf, wie wenig selbstverständlich es war, dassab 1956, d. h. gerade mal 12 Jahre nach Abzug der Wehrmacht, griechische Eltern vor allemder Bildungsschicht bereit waren, ihre Kinder auf eine deutsche Schule zu schicken. Das warein enormer Vertrauensbeweis und ein Hinweis, dass sie zwischen den Folgen dermenschenverachtenden Naziideologie, die so viele Deutsche ergriffen hatte, und dem„anderen Deutschland“ zu differenzieren wussten. Heute, fast sechzig Jahre später, nachdemviele Tausende junger Griechinnen und Griechen die DSA absolviert haben, erscheint es mirwichtig, daran zu erinnern.

Und auch daran: Nie sind meine Eltern, meine Schwester und ich auf feindselige oder auchnur ablehnende Reaktionen gestoßen, wenn wir mit deutschem Kfz-Kennzeichen durch dasLand reisten. Auch das empfinde ich im Nachhinein als außergewöhnlich und als Beweis fürdie Differenzierungsgabe und Versöhnungsbereitschaft der griechischen Bevölkerung.

In meiner Erinnerung ist die DSA vor allem die Adresse Metsóvou 4 und später Rethýmnou.Der Hof mit der großen Palme, das Morgengebet und das gemeinsam geschmetterte Lied,dirigiert von einem Mitschüler aus Fáliron, der sommers wie winters im kurzärmligen Hemdauftrat. Die Palme, o fínikas, war der Titel der ersten Schülerzeitung der DSA, derenRedakteur, mein Klassenkamerad Pantelís Panteloúris, später ein ganzes Berufsleben langPresseattaché an verschiedenen griechischen konsularischen Vertretungen und an derBotschaft in Bonn und Berlin war, wo wir uns oft trafen. Zum Sport marschierten wir durchden Park Pedíon tou Áreos zum Panellínion Stadium, wo uns Herr Hilbrecht über dieAschenbahn jagte. Später saß ich in meiner kleinen Klasse im Nebengebäude Rethýmnou,knapp unterhalb der Dachterrasse, wo in der umgestalteten Waschküche (plystarió) HerrBecker versuchte, uns Mozart und Beethoven nahe zu bringen. Mir gefiel das Provisorischeder Unterbringung, es stärkte das Zusammengehörigkeitsgefühl und den menschlichenKontakt mit den Lehrerinnen und Lehrern.

Als Teenager bekam ich von den damaligen politischen Verhältnissen wenig mit.Wirtschaftlich ging es mit Griechenland nach den Zerstörungen der Besatzung und desBürgerkriegs steil bergauf. Die Jahre der Regierung Karamanlís waren von hohem Wachstumund finanzieller Stabilität geprägt. Von den Schattenseiten, der Emigration der sogenanntenGastarbeiter, der Diskriminierung aller Linken, dem Nebenstaat (parakrátos), wusste ichwenig. Dies waren Themen, die an der Schule nicht vermittelt wurden und auch nichtvermittelt werden konnten. Aber ich erinnere mich gut, wie nach dem Wahlsieg von GeórgiosPapandréou 1963 ein politischer und kultureller Aufbruch erfolgte. Ich begann, regelmäßiggriechische Zeitungen zu lesen und entdeckte Themen aus der Besatzungszeit und demBürgerkrieg, die zuvor tabu gewesen waren.

Von 1986 bis 1990 erlebte ich eine zweite intensive Begegnung mit der DSA. Zu meinergroßen Freude hatte mich das Auswärtige Amt als Kulturattaché an die Botschaft derBundesrepublik Deutschland versetzt, wobei meine Griechischkenntnisse sicher eine Rollegespielt haben. Ich lernte die großzügige Anlage der DSA in Parádissos, die meine beidenSöhne besuchten, zu schätzen. Als Kulturattaché saß ich ex officio mit beratender Stimme imSchulvorstand und habe viereinhalb Jahre lang die Geschicke der DSA unter den DirektorenRöske und Dr. Meyer begleitet und insbesondere im Verhältnis zur griechischenSchulverwaltung unterstützt. Als ich beim ersten Besuch in meiner neuen Funktion die Schulebetrat, wurde ich von Fräulein Schmidt begrüßt, die schon in meiner Schülerzeit imVorzimmer des Schulleiters amtierte. Es fehlte nur Frau di Lernia mit ihrem unnachahmlichengermanischen Griechisch, um mich um 22 Jahre zurückzuversetzen. Bei Treffen mitEhemaligen wurde ich dann oft gefragt, ob ich nicht der Sohn des Herrn Klemm sei, desKunsterziehers Ende der 50er, Anfang der 60er Jahre.

Die Anzahl der Schüler im deutschsprachigen Zweig war in der Zwischenzeit so gestiegen,dass zwei Züge gebildet werden mussten und der deutschsprachige Zweig vom griechischenvöllig getrennt wurde. Meine Söhne besuchten zwar mit griechischen Schülern dieselbeSchule, hatten aber keine griechischen Klassenkameraden mehr, es sei denn es handelte sichum Kinder aus deutsch-griechischen Ehen, die den deutschsprachigen Zweig besuchten.

Entsprechend entfiel für viele deutschsprachige Schüler die Notwendigkeit, fließendGriechisch zu lernen. Leider haben meine beiden Söhne ihr Griechisch weitgehend vergessen,obwohl der ältere – wie zuvor sein Vater – von Frau Karwelá unterrichtet wurde.

Zu meiner großen Freude habe ich bei meinem Besuch in der DSA im April 2016 erfahren,dass sich die griechische Schulgesetzgebung geändert hat und einem integrierten Unterrichtvon griechischen und deutschsprachigen Schülern nicht mehr im Wege steht. Die Erfahrung,gemeinsam im selben Klassenzimmer zu sitzen, verbindet häufig ein Leben lang undimmunisiert dauerhaft gegen Vorurteile und nationale Stereotype, die leider in den letztenJahren, ausgelöst durch die Finanz- und Wirtschaftskrise, sowohl in deutschen wiegriechischen Medien verbreitet werden.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο Λευτέρης Δανέλλης, απόφοιτος του 1963, έφυγε στις 13 Απριλίου 2018 μετά από μακροχρόνια ασθένεια και η κηδεία του έγινε την Δευτέρα 16.4 στο Α’ Νεκροταφείο. Την είδηση μας έστειλε ο συμμαθητής του Νίκος Παπαϊωάννου, ο οποίος μας θύμισε οτι ο Λευτέρης υπηρέτησε στο Διπλωματικό Σώμα και επροσώπησε τη χώρα μας σε σημαντικές θέσεις στον κόσμο και στον ΟΗΕ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Με πολύ κέφι γιόρτασαν (και πρωτύπησαν 🙂 οι απόφοιτοι της τάξης του ’63 την 1η Νοεμβρίου στο “Έργον” στην οδό Μητροπόλεως την επέτειο από τότε που πρωτοπήγαν το φθινόπωρο του 1957 στη Γερμανική, στην θρυλική Μετσόβου 4. Mαζι ήταν και η Τένια Παπαδάκη και ο Πέτρος Αδάμης απο την τάξη του ’62.

Και δια του λόγου το αληθές επισυνάπτω (το ρεπορτάζ του Κώστα Παπαηλιού) και τη σχετική αναμνηστική φωτογραφία καθώς και τις φωτογραφίες της Quarta B και της Quarta C του 1957/58 με όλα τα ονόματα!

1963 reunion 01112017

1963 QuartaB 57 58

1963 QuartaC 57 58

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

mitsos michalisΤην Τρίτη 8 Αυγούστου χάσαμε τον Μιχάλη Μητσό, απόφοιτο του 1963, πατέρα του Αλέξανδρου, επίσης απόφοιτου του 1994, οποίος μας έστειλε την “μαύρη” είδηση γράφοντας:

Αγαπητοί συμμαθητές και φίλοι του Μιχάλη,

χρησιμοποιώ τον λογαριασμό του πατέρα μου για να σας ενημερώσω οτί δυστυχώς ο Μιχάλης απεβίωσε εχθές.

Η κηδεία του Μιχάλη είναι την Παρασκευή 11.08 στις 1400 στο κοιμητήριο Ανάστασις/Αναστάσεως στον Πειραιά, γωνία Πλάτωνος και Αναπαύσεως (https://goo.gl/maps/T9o8X7bjtnp)

Αντί στεφάνων επιθυμούμε δωρεά στο όνομα του Μιχάλη Μητσού στην Ελληνική Εταιρία Μελέτης Ήπατος

IBAN GR8801720760005076044897436 (Τράπεζα Πειραιώς)

Αλέξανδρος Μητσός

Πριν λίγες μέρες, συγκεκριμένα στις 28 Ιουλίου, απαντώντας στο κάλεσμα του Κώστα Παπαηλιού για την συνάντηση της τάξης με αφορμή τα 60 χρόνια από την πρώτη ημέρα στο σχολείο το 1957 (!), του έγραφε ο Μιχάλης:

Αγαπητέ Κώστα, τις φωτογραφίες της C, που είναι και πολλές δικές μου, τις έχεις πάρει μέσω προέδρου. Σημειώσεις για πρόσωπα δεν έχω αλλά το 99% είναι πολύ εύκολο για οποιονδήποτε της C: Λούλα, Κατερίνα, Μαρίνα …

Μιχάλης

η φωτογραφία είναι από την συνάντηση της τάξης το 2013 και μας την έστειλε ο Κώστας Παπαηλιού

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Με αφορμή την εκδήλωση “120+1 Χρόνια της Γερμανικής Σχολής Αθηνών”, ξαναβρέθηκαν πολλοί απόφοιτοι και ανάμεσα σε αυτούς και η τάξη του ’63, που άρπαξαν την ευκαιρία και ξανακανόνισαν να τα πούνε μέσα σε λίγες ημέρες. Συναντήθηκαν λοιπόν στο “Έργον” (Μητροπόλεως 26), έφαγαν, ήπιαν κα θυμηθήκαν τα παλιά.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Μετά από 50 χρόνια ξενακάθισαν πλάι – πλάι όλοι μαζί, αλλά αυτή τη φορά έβλεπαν το Μουσείο όχι από δίπλα αλλά από από πάνω, μιάς και η συνάντηση έγινε στο roof garden του St George Lycabettus Hotel.

Ήρθαν πολλοί, οι περισσότεροι, και για του λόγου το αληθές παρόντες ήταν οι:

reunion63 reunion63 2013

Από το Α: Γιούλη Δελή, Λεωνίδας Καμαρινόπουλος (και σύζυγος), Μάρω Μαριολέα, Λίντα (Αμαρυλλίς) Παπαδάκη, Άννα Φιλίνη, Γιάννης Ρόκας, Ιόλη Στοφοροπούλου, Αρης Μυλόπουλος, Νίκος Παπαιωάννου και Δημήτρης Παπακυριακόπουλος (και σύζυγος).

Από το Β: Γιώργος Βατσέλλας, Γιώργος Δεπάστας, Μαριάνα Καναβαριώτου, Μιχάλης Καρύδης, Ειρήνη Κηλαϊδίτη, Νίκος Κουτρουμπάς, Δέσπω Κωβαίου, Ελένη Μαΐλλη, Ελένη Μιτσοτάκη, Δημήτρης Μιχαλακόπουλος (και σύζυγος), Παντελής Παντελούρης, Κώστας Παπαηλιού (και σύζυγος), Θόδωρος Σπαθόπουλος, Φώτης Χαροκόπος, Μηνάς Χαμουδόπουλος (και σύζυγος), Σπύρος Ραυτόπουλος (και συζυγος) και Γιάννης Παπανδρέου.

Από το C: Ερατώ Αβραμίδου, Νέλη Βαφειάδου, Αγγέλα Βορεάδου, Λούλα Βρεττού, Γιώργος Γρηγορακάκης (και σύζυγος), Λένα Λιβαδά, Μιχάλης Μητσός, Κατερίνα Μοιρασγίδου, Αιμιλία Σταυρίδου και ο Νίκος Παναγάκης.

Από το σχολείο ο Αντιπρόεδρος του ΔΣ της Σχολής Δρ. Thomas Greve, ο Λυκειάρχης Βασίλης Τόλιας, η Τένια Παπαδάκη (απόφοιτος του ’67), η Μαρία Μαρκέτου (απόφοιτος του ’71) και ο Κίμων Μαραγκουδάκης (απόφοιτος του ’81). Ειδικό ηλεκτρονικό άλμπουμ με τις φωτογραφίες της βραδιάς, δουλεμένο από τον Κώστα Παπαηλιού:

ο οποίος ετοίμασε και μια καταπληκτική παρουσίαση με φωτογραφίες και τίτλο: “Η τάξη του ’63, μία αναδρομή“.

Ο πρώην πρόεδρος του Συλλόγου των Αποφοίτων Παντελής Παντελούρης έστειλε μία εξαιρετική αναφορά για τη βραδιά εκείνη:

ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ 1963–2013

Πενήντα χρόνια από την αποφοίτηση – μισός αιώνας, μια σημαδιακή για όλους μας χρονιά. 1963–2013. Οι 78 νέοι του ’63 κοιτάζουμε πίσω πέντε ολόκληρες δεκαετίες. Μετράμε τον χρόνο. Μετράμε τη ζωή μας μετά το απολυτήριο του “Dörpfeld Gymnasium”. Στην τρίτη ηλικία πια όλοι μας, άλλοι ακμαίοι και άλλοι λιγότερο, βρισκόμαστε στις 6 Σεπτεμβρίου 2013 στις φιλόξενες αίθουσες του Saint George Lycabettus για να κοιτάξουμε μαζί προς τα πίσω. Μεγάλη η συγκίνηση, μεγάλη η προσμονή. Πολλοί ξαναβλεπόμασταν για πρώτη φορά από το 1963. «Εσύ ποιος είσαι;» ακούστηκε πολλές φορές εκείνο το βράδυ. Εκπλήξεις, αγκαλιές, φιλιά…

Τρεις απόφοιτοι του τμήματος Β’, η Μαριάννα Καναβαριώτου, ο Νίκος Κουτρουμπάς και ο Κώστας Παπαηλιού, πήραν την πρωτοβουλία να οργανώσουν μια όμορφη σύναξη σε έναν θαυμάσιο χώρο, αφιερώνοντας γι’ αυτό πολύ χρόνο και κόπο• και μόνο η αναζήτηση ανθρώπων με τους οποίους είχε χαθεί κάθε επαφή εδώ και πενήντα χρόνια αποτέλεσε άθλο για τον οποίο όλοι μας τούς είμαστε ευγνώμονες.

Μαζευτήκαμε οι μισοί περίπου από τους αποφοίτους του 1963• από τους υπόλοιπους, ορι σμένοι ζουν μόνιμα στο εξωτερικό και δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, άλλοι είχαν προβλήματα υγείας, κάποιοι ήταν αδύνατον να βρεθούν, πολλοί δήλωσαν ότι δεν μπορούν να παρευρεθούν για διάφορους λόγους αλλά έστειλαν μηνύματα (Ψυχοπαίδης, Πικραμμένος και άλλοι). Είχαμε κι αυτούς –τους λίγους ευτυχώς– που μας άφησαν πρόωρα για πάντα και τους οποίους φέραμε πάλι με συγκίνηση στη μνήμη μας (Σάκης Καράγιωργας, Γιώργος Νικολαΐδης, Γιώργος Ιωαννίδης, Ηλίας Κροντήρης, Σόλων Βούλγαρης, Ηρώ Μωραΐτου, Μιράντα Πανταζίδου, Σταύρος Νικολαΐδης, Κώστας Κατσικόπουλος, Αντώνης Σειράγας και δυστυχώς πρόσφατα και ο Αλέκος Παππάς).

Μια σειρά από εκπλήξεις περίμενε τους παρευρεθέντες – δίπλα στους αποφοίτους ήταν παρόντες ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της Σχολής Thomas Greve (γιος του τότε Μαθηματικού μας) και ο Διευθυντής του Λυκείου Βασίλης Τόλιας, καθώς και η Τένια Παπαδάκη (απόφοιτος ’67), κόρη του αείμνηστου και αξιαγάπητου καθηγητού μας Ιδομενέα Παπαδάκη.

Από τις πιο όμορφες εκπλήξεις ήταν η μουσική υποδοχή μας από τον Νίκο Κουτρουμπά, που μας εξέπληξε με το φωνητικό του ταλέντο (Aλήθεια, πού το είχε κρυμμένο τα χρόνια της Γερμανικής;), τραγουδώντας γνωστές άριες και σύγχρονα τραγούδια με τη συνοδεία στο πιάνο του Κίμωνα Μαραγκουδάκη (απόφοιτος ’81) και παρούσης και της δασκάλας του στη φωνητική Μαρίας Μαρκέτου (απόφοιτος ’71).

Δεύτερη έκπληξη η αναδρομή του Κώστα Παπαηλιού. Με το γνωστό του χιούμορ και την αστείρευτη νεανικότητά του, ο Κώστας έκανε μια αναδρομή στα χρόνια της Μετσόβου, παραθέτοντας σειρά φωτογραφικών ντοκουμέντων από το αρχείο της Σχολής και το αρχείο συμμαθητών, διανθίζοντας την παρουσίασή του με ανέκδοτα και παλιές ιστορίες, που πότε έκαναν το ακροατήριο να ξεσπά σε γέλια και πότε να αναπολεί με συγκίνηση. Παρήλασαν μπροστά μας στιγμιότυπα από την αυλή με τον φοίνικα, στιγμιότυπα από το μάθημα στις τάξεις, οι αυστηροί έλεγχοι της μακαρίτισσας της Ντι Λέρνια στην είσοδο, τα πορτραίτα πολλών Ελλήνων και Γερμανών καθηγητών, φωτογραφίες από εκδρομές και άλλες εκδηλώσεις. Πολλές από τις φωτογραφίες αυτές κοσμούσαν σε μεγέθυνση τους τοίχους της αίθουσας και ομάδες αποφοίτων παρέμεναν μπροστά τους ανατρέχοντας με συγκίνηση στα χρόνια εκείνα.

Νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσει κανείς πραγματικά τον χρόνο που αφιέρωσε ο Κώστας για να προετοιμάσει όλο αυτό το υλικό!

Κάποια στιγμή κλήθηκα και εγώ να πω δυο λόγια για την περίοδο εκείνη της φοίτησής μας στη Γερμανική Σχολή Αθηνών και για τις εμπειρίες μου τα χρόνια που ακολούθησαν την αποφοί τησή μας, μια και διετέλεσα επί σειρά ετών Πρόεδρος των αποφοίτων της Σχολής.

Ευκαιρία για μένα να θυμίσω ότι υπήρξαμε μια ξεχωριστή γενιά μαθητών, που φοίτησε στη Σχολή σε μια ξεχωριστή ιστορική περίοδο για την Ελλάδα, αλλά και για τις σχέσεις της πατρίδας μας με τη Γερμανία (είχαν περάσει μόλις δέκα και κάτι χρόνια από τη λήξη του Πολέμου και της Κατοχής).

Οι γονείς μας μάς έστειλαν στη Γερμανική Σχολή τη δεύτερη χρονιά από την επαναλειτουργία της (το 1956). Δέκα μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Πολέμου και της Γερμανικής Κατοχής. Χρειαζόταν πολύ θάρρος τότε και ανοικτό μυαλό για κάτι τέτοιο, μια και τα τραύματα της Κατοχής ήταν ακόμα νωπά και πολλές από τις οικογένειές μας είχαν υποστεί άμεσα τις συνέπειές της.

Είχαμε την τύχη να έχουμε καλούς Γερμανούς καθηγητές, τις περισσότερες φορές νέους, με ενθουσιασμό για τη δουλειά τους και αγάπη για την Ελλάδα (Dietz, Endress, Gercke, Franzmeier, Greve, Drögemüller, Klemm και πολλούς άλλους). Μας άνοιξαν τα μάτια σε νέους ορίζοντες, πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας. Πάνω απ’ όλα όμως είχαμε Έλληνες καθη γητές, διαμάντια στην εκπαίδευση. Έτσι, και η ελληνική παιδεία που λάβαμε ήταν σε πολλές περιπτώσεις καλύτερη των ελληνικών σχολείων.

Χρόνια μετά την αποφοίτηση συνειδητοποιήσαμε ότι οι συνέπειες του εμφυλίου είχαν αγγίξει άμεσα και το δικό μας –παρότι ξένο– σχολείο. Γιατί στη ΓΣΑ είχαν βρει τότε καταφύγιο μια σειρά από φωτεινά ονόματα της εκπαίδευσης, που –λόγω του προοδευτικού παρελθόντος τους– δεν έβρισκαν δουλειά στα δημόσια σχολεία (Δημητράκος, Παπαγεωργίου, Ασωνίτης, Δανιήλ, Παπαδάκης κ.λπ.).

Θύμισα ότι ως Πρόεδρος των αποφοίτων με είχαν φωνάξει επανειλημμένως για ανάκριση στο διαβόητο «Σπουδαστικό» της Ασφάλειας τα χρόνια που παρέμενα στην Ελλάδα, προσπαθώντας να εκμαιεύσουν αν οι καθηγητές μας μιλούσαν στην τάξη για πολιτικά και αν μας έκαναν αριστερή προπαγάνδα.

Ήταν ευνόητο ότι για τη δικτατορία του 1967, οι δάσκαλοί μας αποτελούσαν κόκκινο πανί. Θύμισα ότι μεσούσης της δικτατορίας, οπότε βρέθηκα στην Αθήνα ως απεσταλμένος της γερμανικής ραδιοφωνίας, ο Λυκειάρχης (ο Γυμνασιάρχης της δικής μας περιόδου) Γιώργος Δημητράκος με κάλεσε στο γραφείο του στη Σχολή. Έκλεισε τις πόρτες και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν ακούει κανένας άλλος, μου εκμυστηρεύθηκε ότι η δικτατορία ζητούσε την απόλυση όλων των «επικίνδυνων κομμουνιστών» καθηγητών της Σχολής. Μου ζήτησε να μεταφέρω στη Γερμανία το μήνυμα, ώστε να παρέμβει η γερμανική κυβέρνηση.

Το μήνυμα μετέφερα, καθ’ υπόδειξη του Δημητράκου, στον καθηγητή Georg Eckert, Πρόεδρο τότε του Διεθνούς Κέντρου Σχολικών Βιβλίων στην πόλη Braunschweig, στενό φίλο και συνεργάτη του Καγκελάριου Βίλλυ Μπράντ. Ήταν τότε που έμαθα για πρώτη φορά ότι ο Δημητράκος ήταν ως φοιτητής ενεργό μέλος της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης και ότι υπήρξε ο σύνδεσμος μεταξύ αντιφασιστικής ομάδας Γερμανών στρατιωτικών στη Θεσσαλονίκη, με επικεφαλής τον τότε Ταγματάρχη της Wehrmacht Georg Eckert και του ΕΛΑΣ. Τίποτε από αυτά, ούτε για τις πολιτικές πεποιθήσεις των άλλων καθηγητών γνωρίζαμε όσο ήμασταν στο σχολείο (Οι πιέσεις της γερμανικής κυβέρνησης ανάγκασαν τελικά τη χούντα να υπαναχωρήσει και να παραμείνουν στο σχολείο οι καθηγητές μας – με επικεφαλής τον Δημητράκο).

Θύμισα επίσης ότι η χρονιά μας ήταν εκείνη που έδωσε δυναμικό παρόν στις κινητοποιήσεις του 15% για την παιδεία και ότι πραγματοποίησε την πρώτη απεργία μαθητών ξένου σχολείου την περίοδο εκείνη. Όλοι θυμόμαστε τον τότε καθηγητή Γαλλικών και μετέπειτα Διευθυντή της Γ.Σ. στο Παρίσι Horst Breckwold να τρέχει στο Πεδίον του Άρεως, όπου είχαμε συγκεντρωθεί, για να μας πείσει να γυρίσουμε πίσω (γιατί το Υπουργείο Παιδείας απειλούσε ότι θα κλείσει όποιο ξένο σχολείο μετείχε στις κινητοποιήσεις). Η συμμαθήτριά μας, μετέπει τα βουλευτής Άννα Φιλίνη –που ήταν μαζί μας το βράδυ εκείνο– πρωταγωνιστούσε τότε στις μαθητικές συντονιστικές επιτροπές αγώνα.

Η χρονιά μας είχε επίσης, αναπτύξει –ήδη κατά τη διάρκεια της φοίτησης στη Σχολή– μια σειρά από δραστηριότητες, πρωτόγνωρες για την τότε εποχή, που άφησαν όμως τη σφραγίδα τους. Θυμίζω λ.χ. τη σειρά διαλέξεων για τη σύγχρονη μουσική που είχαμε οργανώσει (οι όμορφες αφίσες του μετέπειτα γνωστού σκηνοθέτη Νίκου Περράκη για τις βραδιές τζαζ στη Μετσόβου έχουν μείνει στη μνήμη μας), την κυκλοφορία του πρώτου μαθητικού περιοδικού της Σχολής («Εμείς»), τις εκδρομές μας στα αξιοθέατα της Αττικής κτλ. Η χρονιά μας είχε δώσει μια ξεχωριστή πνοή στη μαθητική ζωή του σχολείου.

Και το σημαντικότερο: η χρονιά του 1963 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του πρώτου Συλλόγου των αποφοίτων, την επόμενη κιόλας χρονιά από την αποφοίτηση (1964), εισήγαγε τον χαρακτηρισμό των αποφοίτων ως Dörpfeldianer και καθιέρωσε τις χοροεσπερίδες της Γερμανικής, ως κύρια πηγή χρηματοδότησης ενός ταμείου υποτροφιών του Συλλόγου (Οι χοροεσπερίδες των αποφοίτων της Γερμανικής αποτέλεσαν σημαντικά κοινωνικά γεγονότα στην εποχή τους και συνεχίστηκαν μέχρι τις μέρες μας με την ίδια επιτυχία), ανέδειξε δύο Προέδρους αποφοίτων (Γιώργος Ιωαννίδης – Παντελής Παντελούρης) και έθεσε τις βάσεις για τις πρώτες ανταλλαγές με γερμανικούς φορείς, οργανώνοντας τη συμμετοχή νέων αποφοίτων σε συνέδρια και άλλα φόρα στη Γερμανία, ενώ οργάνωσε και την πρώτη υπηρεσία στήριξης των αποφοίτων που έφευγαν για σπουδές στην τότε Δυτική Γερμανία.

Μίλησα επίσης εκείνο το βράδυ στο Saint George Lycabettus για ένα –ιδωμένο μετά από 50 χρόνια– νοσταλγικό ντοκουμέντο που βρέθηκε τυχαία στα χέρια μου. Πριν κάποια χρό νια, ένας φίλος από το Δ.Σ. του Συλλόγου των αποφοίτων μού εμπιστεύθηκε μια μικρή ανακάλυψη: στον κάδο απορριμμάτων της Σχολής είχαν πετάξει όγκους από παλιά έγγραφα, ανάμεσά τους και το πρακτικό βαθμολογίας απολυτηρίου της χρονιάς 1963, της χρονιάς της αποφοίτησής μας. Το φύλαξα χρόνια στο γραφείο μου με την ελπίδα να το ξαναδούμε μαζί σε κάποια μελλοντική συνάντηση. Η σύναξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2013 ήταν η πιο κατάλληλη ευκαιρία γι’ αυτό.

Το πρακτικό αυτό, γραμμένο χειρόγραφα στην καλλιγραφική γραφή του τότε Γυμνασιάρχη Γιώργου Δημητράκου, αποτύπωνε τα χαρακτηριστικά των αποφοίτων της χρονιάς εκείνης:

Ότι δηλ. αποφοιτήσαμε τότε 76 αγόρια και κορίτσια, από τα 78 που φοίτησαν το 1963 στα τρία τμήματα (24 στο Α, 28 στο Β και 26 στο C τμήμα).

Ότι και τα τρία τμήματα είχαν αριστούχους, συνολικά πέντε, τρεις γένους θηλυκού στο πρώτο και στο τρίτο τμήμα (Λούλα Βρεττού, Μαρία Μαριολέα, Κατερίνα Μοιρασγίδου) και δύο αγόρια στο δεύτερο – «οι μόνιμοι μονομάχοι» αλλά και στενοί φίλοι στο δικό μας τμήμα: ο Κώστας Παπαηλιού και ο Θόδωρος Σπαθόπουλος.

Ότι πάνω από το μισό, το 53%, αποφοίτησε με «καλώς» (κάτω από 15). Το 41% είχε «λίαν καλώς» (16–18) και το 6% «άριστα».

Από μια πρόχειρη ανάλυση του βαθμολογίου αυτού εγώ τουλάχιστον έβγαλα στα πρόχειρα δύο βασικά συμπεράσματα:

Πρώτον, συνειδητοποίησα ότι το στίγμα που έφερα σ’ όλη τη ζωή μου μέχρι σήμερα (το 11 στη Γυμναστική) δεν το σήκωνα μόνος μου, όπως νόμιζα, αλλά το μοιραζόμουν με έναν φίλο από τη διπλανή τάξη. Και όχι μόνο αυτό, υπήρχε και κάποιος τρίτος που δεν πήρε καν βαθμό από τον Hilbrecht, γιατί δεν εμφανίστηκε ποτέ στο μάθημα. 10 και 11 υπήρχαν πολλά στο βαθμολόγιο, και στα τρία τμήματα και για όλα τα άλλα μαθήματα – εκτός από τη γυμναστική, όπου όλοι σχεδόν είχαν καλούς βαθμούς και αρκετοί 20 και 19 και όπου το 10 και 11 ήταν η εξαίρεση.

Δεύτερον, το βαθμολόγιο ανέτρεψε και την προσφιλή παιδαγωγική αρχή απέναντι στα παι διά μας και τα εγγόνια, ότι δηλαδή πρέπει να είσαι καλός μαθητής για να προκόψεις στη ζωή σου. Η λίστα αποδεικνύει ότι και με δεκατριάρια στη Φυσική και τη Χημεία ή με 10 και 11 σε Λατινικά και Μαθηματικά ή με 12 στα Αρχαία μπορείς να γίνεις και Πρωθυπουργός και Πρύτανης Ανωτάτης Σχολής αλλά και διακεκριμένος Καθηγητής Πανεπιστημίου.

Τελείωσα τη σύντομη παρέμβασή μου με τη διαπίστωση ότι η ΓΣΑ υπήρξε για μένα ένα από τα καλύτερα σχολεία, την εποχή τουλάχιστον που φοιτήσαμε εμείς, και πιστεύω πως εξακολουθεί να διατηρεί το υψηλό της επίπεδο. Ανέτρεξα στη μακρόχρονη υπηρεσία μου σε διπλωματικές υπηρεσίες της Ελλάδας στο εξωτερικό και στην ευκαιρία που είχα να δέχομαι για πρακτική εξάσκηση δεκάδες νέους αποφοίτους της Σχολής, διαπιστώνοντας κάθε φορά το υψηλό επίπεδο γλωσσομάθειας και γενικής παιδείας τους.

Χαιρετισμό απηύθυνε εκείνο το βράδυ ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της ΓΣΑ Thomas Greve μεταφέροντας τους χαιρετισμούς του Προεδρείου και ζητώντας να συνεχίσουμε να συμβάλλουμε στη διατήρηση και εμβάθυνση των ελληνογερμανικών σχέσεων, που λόγω της κρίσης περνούσαν μια δύσκολη περίοδο.

Μίλησε επίσης και η Άννα Φιλίνη, o Νίκος Παπαϊωάννου και άλλοι. Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν μέχρι αργά το βράδυ. Φύγαμε με το ερώτημα πότε θα είναι η επόμενη συνάντησή μας. Όχι βέβαια μετά από άλλα 50 χρόνια!

Παντελής Μ. Παντελούρης, Οξύλιθος Ευβοίας, ppantelouris@gmail.com

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

kovaiou despo 1

πηγή: Δέσπω Κωβαίου

Πιθανόν από του “Παπαχειμώνα”, την ξακουστή ταβέρνα της εποχής. Φαίνονται:

αριστερά εμπρός: Γιώργος Βατσέλλας, ;, Γιώργος Νικολαίδης (απεβίωσε), Σάκης Καράγιωργας (απεβίωσε), Χαρούλα Καλλιγά, ;

κέντρο: Σπύρος Ραυτόπουλος

δεξιά εμπρός: Νατάσα Παπαδοπούλου (αδελφή του Γιάννη Παπαδόπουλου, δεν ήταν στη Γερμανική), Δημήτρης Μιχαλακόπουλος, Λουίζα Βόγλη, Γιάννης Παπαδόπουλος, Τζούλια Κωβαίου.

1963 A apofoitisi

πηγή: Νίκος Παπαϊωάννου

Τμήμα Α, αποφοίτηση στο Τουρκολίμανο (μετέπειτα Μικρολίμανο)

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

paptenia1963

πηγή: Τένια Παπαδάκη (67)

Τμήμα C

πίσω σειρά: Γιώργος Γρηγορακάκης (ανάμεσα στους δύο με τα λευκά πουκάμισα), Γιώργος Διαμαντούρος (με τα γυαλιά), Κωνσταντίνος Καρασούλας (πίσω από την Michaelsen), Νέλλη Βαφειάδου (δίπλα και πίσω από την Michaelsen), ???, Ηλέκτρα Τσελίκα, ?, Νίκος Λάμπρου (πίσω από την Μιράντα), Νίκος Παναγάκης και Φαίδων Κώστιτς

μεσαία σειρά (7 άτομα): (με λευκό πουκάμισο ??), Σόλων Βούλγαρης, Frl. Michaelsen, ???, Αιμιλία Σταυρίδου, Μιράντα Πανταζίδου και Κατερίνα Μοιρασγίδου.

κάτω (5 άτομα) : Μιχάλης Μητσός, Λίζα Μπόταση, ???, Ερατώ Αβραμίδου και Αγγέλα Βορεάδου

1963 uib  Endress

πηγή: Κώστας Παπαηλιού (63)

1963 QuartaB

Τμήμα B

(φωτογραφία του 1958 – Quarta – Β’ Γυμνασίου)

πηγή: Κώστας Παπαηλιού (63)

1963 quartac Τμήμα C

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Μήπως γνωρίζετε τη Σουπλίν; Μάλλον όχι. Τη γνωρίζουν μόνο όσοι έχουν βρεθεί στο σπίτι μας τα τελευταία τέσσερα χρόνια και όσοι έτυχε να τη συναντήσουν, νεογέννητη και φοβισμένη, στην αυλή της Γερμανικής Σχολής, πριν από το διάστημα αυτό. Γιατί η Σουπλίν είναι μια όμορφη γατούλα, διακριτική και χαδιάρα και αποτελεί το πέμπτο και νεαρότερο μέλος της οικογένειας Ιωαννίδη. ‘Οπως και τα υπόλοιπα τέσσερα έχει κι αυτή περάσει από τη DSA. Γνώρισε στα διαλείμματα τη φροντίδα, αλλά και την αδιαφορία, την προσωρινή στοργή αλλά και την επιθετικότητα, μέχρι που αποφασίσαμε, έτσι ξαφνικά και χωρίς να το πολυσκεφτούμε, μια και ήταν κι αυτή αναπόσπαστο κομμάτι της Γερμανικής Σχολής να την πάρουμε στο σπίτι.

Θα ρωτήσουν ίσως, μερικοί: “Μα καλά, μέχρι εκεί φθάνει η ευνοϊκή προδιάθεση με το σχολείο σου;” Η απάντηση είναι: “Αδίστακτα ναι. Μέχρι εκεί και πιο πέρα.” Υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα στα οποία δεν μπορεί να δοθεί αναγκαστικά μια λογική ερμηνεία. Είναι αυτά που η απάντησή τους περνάει μέσα από τα φίλτρα της καρδιάς. –

“Γιατί;” – “Επειδή έτσι αισθάνομαι …”

‘Ετσι η Σουπλίν κυκλοφορεί κάθε μέρα ανάμεσά μας και μας θυμίζει, και αυτή, το σχολείο μας, όταν δε μας θυμίζει, με το δικό της τρόπο, ότι ήρθε η ώρα να την ταΐσουμε.

Σεπτέμβριος 1957. Η Quarta με τα τέσσερα τμήματα. Οδός Μετσόβου 4. Η Frau Di Lernia κέρβερος στην είσοδο. Τα αγόρια πρέπει να ανεβούν στις τάξεις από το βοηθητικό κλιμακοστάσιο, τα κορίτσια από το κεντρικό. Η Frau Gerke. Ο – τότε κάπως απρόσιτος – Dr. Flume. Η – τότε κάπως απόμακρη για την ηλικία της – Fraeulein Schmidt. Ο – τότε κάπως επιβλητικός – Δρ Δημητράκος. Ο κ. Greve με το αξέχαστο Kopfrechnen τα πρώτα πέντε λεπτά κάθε μαθήματος. Ο κ. Hilbrecht με τη μόνιμη απειλή της σφυρίχτρας για τα … οπίσθιά μας. Και η Quarta Β με τα πρωτάκια να τα έχουν κάπως χαμένα, αλλά να αρχίζουν τη γυμνασιακή τους ζωή και τις προσπάθειές τους να κατανοήσουν και να ακολουθήσουν το τελείως καινούριο γι· αυτούς μικτό εκπαιδευτικό σύστημα.

Και στη συνέχεια, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον κ. Βασιλόπουλο με τις γλαφυρές περιγραφές και το Klassenbuch μονίμως στο χέρι, τον κ. Δημόπουλο με τις υπέροχες διαφάνειές του και τις παρενθεσούλες του, την Frau Bareuther με τα … Pantoffeltierchen της, ή τον κ. Kraft με το μονίμως πεσμένο τσουλούφι του, την Frau Loder που ματαίως προσπαθούσε να επιβάλει μια στοιχειώδη τάξη, ή τα πήγαιν-έλα στον Πανελλήνιο για το μάθημα της Γυμναστικής, τα απολαυστικά μαθήματα του κ. Ασωνίτη ή τα πολλά ευτράπελα περιστατικά από τότε που καθιερώθηκε η περίφημη στολή. ‘Απειρες οι αναμνήσεις, ο καθένας μας σίγουρα κρατάει τις δικές του.

Μάιος 1995. ‘Υστερα από 38 χρόνια. Η Γερμανική Σχολή στον Παράδεισο Αμαρουσίου συνεχίζει “να παιδεύει” τους μαθητές της. Και ο υπογράφων συνεχίζει να δρασκελίζει – σχεδόν καθημερινά – το κατώφλι της, για όλο αυτό το μακρύ διάστημα, χωρίς να έχει επαγγελματική σχέση με τη Σχολή. Για 25 χρόνια επισκεπτόταν το σχολείο ως απόφοιτός του. Τα τελευταία 7 χρόνια το επισκέπτεται και ως πατέρας δύο μαθητών. Απόφοιτος του Τ94 ο γιoς του, του Τ95 η κόρη του. Και τα χρόνια που έρχονται θα δείξουν πόσο μπορεί να μείνει αναλλοίωτη, για έναν πενηντάρη πια, αυτή η ρομαντική συνύπαρξη – ή μήπως προσκόλληση; – με το σχολείο του. – “Γιατί;” – “Επειδή έτσι αισθάνομαι.”

Ο απολογισμός φαντάζει απαραίτητος σε κάθε επέτειο, όταν στέκεσαι και κοιτάζεις προς τα πίσω: τι μου έδωσε η – αιωνόβια πια – DSA; 38 χρόνια δεν είναι λίγα, άρα και οι μνήμες, οι εμπειρίες, τα βιώματα, οι γλυκές και οι πικρές στιγμές, σίγουρα θα ανακατεύονται στις αποσκευές μου.

Δυο-τρεις ανεκτίμητοι φίλοι, συνοδοιπόροι σε ανέμελες και δύσκολες στιγμές, συμμαθητές και παντοτινά ισάδελφοι. Μια δεκάδα ακόμα καλών φίλων από την ίδια τάξη, να μοιράζονται τις ώρες της σχόλης αλλά και τις κάθε τόσο ανανεούμενες μνήμες. Και να ήταν μόνο αυτό! Μέσα από τα τόσα χρόνια ενασχόλησης με τον Σύλλογο Αποφοίτων, κυρίως όμως στα τέσσερα χρόνια της θητείας μου ως Προέδρου του Δ.Σ., δημιουργία πάμπολλων φίλων – με δικαιολογημένη, φυσικά, μια μονιμότερη σχέση με μερικούς απ· αυτούς. Μεγάλος ο πλούτος και των υπόλοιπων αποσκευών της 38χρονης αυτής σχέσης, δύναμη και τόνωση για τους καθημερινούς αγώνες. Στην πρώτη γραμμή η μύησή μου στην Ελληνική γραμματεία από τους αριστείς της Ελληνικής Φιλολογίας, που κάποτε πληθωρικά στελέχωναν το σχολείο μας, αλλά και στη μαθηματική σκέψη, που χάρη σ· έναν Greve κι ένα – μακαρίτη πια – Kattiofsky σημάδεψε έντονα όλη τη ζωή μου.

Κι αν θα ήθελα να περιοριστώ στο απόσταγμα των ανθρώπινων συναναστροφών αυτών των 38 ετών, θα είχα να θυμηθώ την απλόχερη προσφορά και την άδολη αγάπη που γνώρισα από πολλούς αξιοθαύμαστους ανθρώπους, που ο καθένας τους είχε τη μεγάλη ή μικρή προσφορά του σ’ αυτό που είναι σήμερα η Γερμανική Σχολή Αθηνών, τη συνεργασία με χαρακτήρες φλογερούς και συνάμα ανιδιοτελείς, με πνεύματα γόνιμα και δημιουργικά, με προσωπικότητες ικανές και άξιες.

Και το συνολικό αποτέλεσμα; Μια 38χρονη (ερωτική;) σχέση χωρίς ορατό τέλος. Μια σχέση με μόνιμα και έντονα χαραγμένα τα ίχνη της επάνω μου, μια σχέση που ποτέ δεν είναι γραφτό να γίνει ισότιμη: ισόβια υποχρέωση για ανταπόδοση των όσων έχω αποκομίσει. –

“Γιατί;” – “Επειδή έτσι αισθάνομαι…”

Και αν κάποιος με ειρωνευτεί για την προσκόλλησή μου σε μια αιωνόβια γριούλα, ας κάνει τον κόπο να προσέξει πόσο νέα και πόσο ελκυστική μπορεί να φαντάζει η γριούλα αυτή κάθε μέρα. Και ας φανταστεί πόσο πιο νέα θα φαίνεται, όταν μπορέσει επιτέλους να απαλλαγεί από μερικές περιττές ρυτίδες. Τότε σίγουρα θα γίνει πολύ μεγαλύτερος ο κύκλος των θαυμαστών της και ο ένας αιώνας της ζωής της θα αποτυπώνεται μόνο στη σοφία και στην ωριμότητα που θα έχει να επιδείξει.

Γιώργος Ιωαννίδης

Απόφοιτος 1963

Πρόεδρος Συλλόγου Αποφοίτων 1990-1993

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Κάντε Εγγραφή στο εβδομαδιαίο Newsletter

* indicates required
Συμπληρώστε το e-mail σας