Βιβλία

agiannidis pavlos me mousikes exaisies me fonesΉρθε στα χέρια μας ένα παλιότερο βιβλίο του Παύλου Αγιαννίδη, που πρωτοεκδόθηκε το 2015 από τις εκδόσεις Ιωλκός και έχει τλιτλο “Με μουσικές εξαίσιες, με φωνές”.

Ο Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης στο «Με μουσικές εξαίσιες, με φωνές» – με ωραίο πρόλογο του Μάνου Ελευθερίου – συγκεντρώνει μια σειρά δημοσιευμάτων του με άξονα τη μουσική (και όχι μόνον). Για την ακρίβεια μεταπλάθει σε ιστορίες μια σειρά κομματιών που ο ίδιος έχει γράψει στα «ΝΕΑ», μονογραφίες για προσωπικότητες όπως ο μαέστρος Κάραγιαν, ο συνθέτης Βαγγέλης Παπαθανασίου ή η Τζένη Βάνου και ο ινδός συνθέτης και μουσικός Ραβί Σανκάρ. Οι μονογραφίες – με δεκάδες άγνωστες πληροφορίες – είναι είτε αποτέλεσμα συνεντεύξεων του συναδέλφου είτε έρευνας για πρόσωπα που πολλές φορές ήταν το ξόδι και ο αποχαιρετισμός για τον θάνατό τους. Αν και το μυστικό εδώ είναι η γλαφυρή γραφή – στόρι, με μπόλικο συναίσθημα, θερμοκρασία, αλλά και με την αυτοσυγκράτηση που προϋποθέτει ένα δημοσιογραφικό κείμενο που εδώ αποκαθαρμένο πια από την επικαιρότητα που το διέτρεχε αποτελεί βάση και έδαφος για αναστοχασμό πάνω σε πρόσωπα (είτε ο Λου Ριντ είναι αυτός είτε ο Λευτέρης Βογιατζής είτε ο αξέχαστος Μητροπάνος). (Από το σχόλιο του Δημήτρη Μανιάτη, Τα Νέα/ Βιβλιοδρόμιο, 18.4.2015).

Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

papathanasopoulou maira ta paidia tis megalis siopisΚυκλοφόρησε προσφάτως το καινούργιο βιβλίο της συγγραφέως Μάιρας Παπαθανασοπούλου (’84) “Τα παιδιά της μεγάλης σιωπής”, από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η γέννηση ενός αγοριού τη μέρα που τα γερμανικά στρατεύματα κατευθύνονται από τα βουλγαρικά σύνορα εναντίον της Ελλάδας, είναι ο μίτος του μυθιστορηματικού κουβαριού που ξετυλίγεται. Η μετεμφυλιοπολεμική επαρχία της βόρειας Ελλάδας στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα είναι η «φυλακή» από την οποία μια άρρωστη μάνα θα στείλει το παιδί της, μαζί με άλλα παιδιά στην ανατολική Γερμανία – εκεί όπου, με πρωτοβουλία των ηττημένων του εμφυλίου, βρέθηκαν πολλά Ελληνόπουλα πριν δεκαετίες.

Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

schubert maria mustiko tou dendrouΗ Μαρία Σούμπερτ, απόφοιτος του 1997, είναι δραματοθεραπεύτρια, θεατρολόγος και συγγραφέας.

Μας έστειλε το τελευταίο της παραμύθι με τίτλο “Το μυστικό του δέντρου” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διάπλαση.

Όταν ο Στρατής γίνεται δεκαοχτώ χρονών, οι γονείς του αποφασίζουν πως ήρθε η ώρα να παντρευτεί. Ετοιμάζουν λοιπόν τα πάντα στο αρχοντικό τους για τη μεγάλη γιορτή όπου ο νεαρός Στρατής θα διαλέξει τη γυναίκα του. Πολλά και όμορφα κορίτσια θα περάσουν από μπροστά του, διαλεγμένα ένα-ένα από τη μητριά του, το δικό του βλέμμα όμως θα το αιχμαλωτίσει η Λεμονιά, η ψυχοκόρη.

Η μητριά του Στρατή, έξαλλη γι’ αυτόν τον έρωτα, θα προσπαθήσει να τον αποτρέψει με κάθε τρόπο. Θα καταφέρουν οι δυο νέοι να ξεφύγουν από τη φοβερή κατάρα της και να ζήσουν ευτυχισμένοι;

https://www.diaplasibooks.gr/to-mystiko-toy.dentroy/

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

poulimenos giorgosΟ συγγραφέας και ερευνητής Γιώργος Πουλημένος (’77) ασχολείται σε βάθος τα τελευταία χρόνια με την Σμύρνη παίρνοντας μέρος σε επιστημονικά συνέδρια και παρουσιάσεις και εκδίδοντας σχετικά βιβλία και χάρτες (κατάγεται από την πλευρά της μητέρας του από την Κάτω Παναγιά του Τσεσμέ). Με την συμπήρωση εφέτος 100 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή, ανέβασε προσφάτως στη σελίδα του στο facebook την εξής ανάρτηση, σχετικά με άρθρο του με τίτλο ΣΜΥΡΝΗ. Η Νύμφη της Ιωνίας:

Στον επετειακό τόμο του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού Ν. Ιωνίας για τα 100 χρόνια του Ξεριζωμού από τις αλησμόνητες πατρίδες της Ανατολής, μαζί με άλλα 46, περιλαμβάνεται και το δικό μου άρθρο για τη Σμύρνη….

το οποίο ευρίσκεται στην σελίδα 491 με τίτλο “Σμύρνη”, ενώ

υπάρχει και ένα άρθρο του Χρήστου Χατζηιωσήφ στην σελίδα 481 με τίτλο ‘Σινασός”

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο του Γιώργου Πουλημένου:

ΣΜΥΡΝΗ. Η Νύμφη της Ιωνίας

Γιώργος Πουλημένος

Ιστορική αναδρομή

Στη διάρκεια της ζωής της από την ίδρυσή της τον 11ο αι. π.Χ., η Σμύρνη γνώρισε μία πληθώρα από κυρίαρχους και κατακτητές: Αιολείς, Ίωνες, Λυδούς, Πέρσες, Μακεδόνες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Τούρκους εμίρηδες, Σταυροφόρους, Μογγόλους και Οθωμανούς.Η ανάπτυξή της κατά τα νεότερα χρόνια ξεκίνησε στα τέλη του 16ου αι. με την εγκατάσταση στη Σμύρνη αγγλικών και γαλλικών εμπορικών εταιρειών, οι δραστηριότητες των οποίων διευκολύνονταν από τις διομολογήσεις (διακρατικές συμφωνίες μεταξύ των δυτικών κρατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για φορολογικές ατέλειες των ξένων, ετεροδικία κ.λπ.). Νέα μεγάλη ώθηση έδωσαν από τα μέσα του 19ου αιώνα τα έργα υποδομής (σιδηρόδρομος, λιμάνι, προκυμαία), καθώς και η μαζική εισροή Ελλήνων από την ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά, οι οποίοι έδωσαν εκ νέου ελληνικό πρόσωπο στην πόλη: η τουρκική Ιζμίρ έγινε και πάλι Σμύρνη. Τα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β’ ως την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 υπήρξαν η χρυσή εποχή της Σμύρνης, με την αλματώδη ανάπτυξη του διαμετακομιστικού εμπορίου, την ίδρυση βιομηχανιών και βιοτεχνιών, την εκτίναξη του αριθμού των ναών, των σχολείων, των κατοικιών, των ξενοδοχείων, των θεάτρων, των λεσχών και των κέντρων ψυχαγωγίας, καθώς και την υλική και πνευματική ανύψωση του ελληνικού κυρίως στοιχείου. Η ελληνική γλώσσα κατέστη κυρίαρχη, απαραίτητη για όσους έπαιρναν μέρος στην εμπορική και πολιτιστική κίνηση της πόλης, με τη γλώσσα του Τούρκου κυρίαρχου να είναι πλέον αναγκαία μόνο για την επικοινωνία με τις Αρχές. Όλα αυτά τελείωσαν λίγο μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων, με την πολιτική εκτουρκισμού και διώξεων των μειονοτήτων που ακολουθήθηκε. Το μποϊκοτάζ των ελληνικών επιχειρήσεων ακόμα και πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, η εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών των παραλίων –όχι όμως και της ίδιας της Σμύρνης– πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και η στρατολόγηση των Ελλήνων Οθωμανών υπηκόων κατά τη διάρκεια του πολέμου και η αποστολή τους στα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού» (τάγματα εργασίας) στο εσωτερικό, απ’ όπου επέστρεφαν ελάχιστοι, επέφεραν αποφασιστικό πλήγμα στις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων, με αποτέλεσμα η συμβίωση των δύο κοινοτήτων να καταστεί πλέον σχεδόν αδύνατη.Την κατάσταση αυτή εις βάρος του ελληνικού στοιχείου ανέτρεψε προσωρινά η απόβαση του ελληνικού στρατού τον Μάιο του 1919 και η επακόλουθη Ελληνική Διοίκηση της Σμύρνης τα επόμενα τρία χρόνια, η οποία όμως τερματίστηκε με τραγικό τρόπο το 1922. Πληθυσμός Σύμφωνα με εκτιμήσεις ξένων περιηγητών, ο πληθυσμός της Σμύρνης πέρασε για πρώτη φορά τις 100.000 κατοίκους το τελευταίο τέταρτο του 18ου αι. (Choiseul-Goufier, 1776), και χρειάστηκαν πάνω από εκατό χρόνια για να φτάσει τις 200.000 (Tancred Raven, 1886). Ως το 1840 οι Τούρκοι επικρατούσαν πληθυσμιακά των Ελλήνων. Το έτος αυτό, σύμφωνα με τον Joseph Bargigli, οι Έλληνες κάτοικοι –Οθωμανοί και Έλληνες υπήκοοι μαζί– ξεπέρασαν για πρώτη φορά τους Τούρκους, φτάνοντας τις 55.000 έναντι 45.000 σε σύνολο τότε 130.000 κατοίκων. Αν και, σε αντίθεση με τα προάστια, δεν έγινε ποτέ πληθυσμιακή απογραφή της πόλης της Σμύρνης από την Ελληνική Διοίκηση, υπολογίζεται ότι το 1922 ο πληθυσμός της ξεπερνούσε τις 280.000: Έλληνες 140.000, Τούρκοι 80.000, Εβραίοι 25.000, Αρμένιοι 15.000, Ευρωπαίοι, Αμερικανοί και Λεβαντίνοι (Δυτικοί που διέμεναν επί πολλές γενιές στο Λεβάντε) 15.000, και λοιποί 5.000. Οι Τούρκοι, οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι έμεναν κατά κύριο λόγο σε ξεχωριστούς μαχαλάδες στο νότιο τμήμα της πόλης, ενώ οι Έλληνες, οι Δυτικοί και τα ευπορότερα μέλη των άλλων εθνοτήτων κατοικούσαν σε μικτές συνοικίες βορειότερα, από τον Άγιο Γεώργιο και τον Φασουλά ως την Μπέλλα Βίστα και την Πούντα. Μικτά ήταν και κάποια απ’ τα προάστια όπως το Κορδελιό και ο Μπουρνόβας, όπου έμεναν και αρκετοί Τούρκοι, ενώ άλλα, όπως ο Μπουτζάς και ο Κουκλουτζάς, είχαν σχεδόν αποκλειστικά ελληνικό πληθυσμό. Τις μέρες πριν την Καταστροφή ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονταν στη Σμύρνη είχε αυξηθεί σημαντικά φθάνοντας τις 400-450.000, καθώς είχαν συρρεύσει στην πόλη πάνω από 150.000 Έλληνες και Αρμένιοι πρόσφυγες από το εσωτερικό ακολουθώντας τον υποχωρούντα ελληνικό στρατό. Οικονομία Το λιμάνι της Σμύρνης ήταν το κύριο εξαγωγικό λιμάνι για τα προϊόντα της Μικράς Ασίας, και το δεύτερο σε εμπορική κίνηση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την Κωνσταντινούπολη. Εξάγονταν αγροτικά προϊόντα όπως τα περιώνυμα σύκα της περιοχής της Σμύρνης, ανατολικά καπνά, σταφίδες, βαμβάκι και γλυκόριζα, ορυκτά όπως η σμύριδα και το χρώμιο, και βέβαια οι διάσημοι «σμυρναϊκοί» τάπητες, οι οποίοι πάντως δεν υφαίνονταν στην ίδια τη Σμύρνη, αλλά σε πόλεις και χωριά του εσωτερικού. Παράλληλα εισάγονταν πετρέλαιο, άλευρα, αποικιακά (καφές, ζάχαρη), νήματα και υφάσματα, υαλικά, καθώς και διάφορα βιομηχανικά είδη και μηχανήματα. Η Σμύρνη ήταν το μοναδικό βιομηχανικό κέντρο της περιοχής. Από τους 10 ατμοκίνητους αλευρόμυλους οι 9 ήταν ελληνικοί, ενώ το ίδιο ίσχυε και για την πλειοψηφία των μηχανουργείων, όπως εκείνο του Ισηγόνη στην Πούντα. Υπήρχαν ακόμα υφαντουργεία, κλωστήρια, βαφείο νημάτων για την ταπητουργία, καθώς και μία ζυθοποιία ελληνο-ελβετικών συμφερόντων. Επιπρόσθετα λειτουργούσαν στη Σμύρνη πολλές μικρότερες βιοτεχνίες, όπως ελαιοτριβεία, σαπωνοποιεία, βυρσοδεψεία, κιβωτιοποιεία, συσκευαστήρια σύκων και σταφίδων, βιοτεχνίες επεξεργασίας καπνού, χαρτοποιίες, οινοποιίες και οινοπνευματοποιίες (ρακί, κονιάκ). Οι 2.000 συνολικά βιομηχανίες και βιοτεχνίες απασχολούσαν γύρω στους 11.000 εργάτες, εκ των οποίων το 50% ήταν Έλληνες και το 30% Τούρκοι. Στον εμπορικό τομέα δραστηριοποιούνταν γύρω στις 1.800 επιχειρήσεις με 4.000 υπαλλήλους, και άλλες 2.500 περίπου ατομικές επιχειρήσεις (χωρίς υπαλλήλους). Οι Έλληνες αποτελούσαν το 58% του συνολικού υπαλληλικού προσωπικού. Σύμφωνα με στοιχεία του 1921, το συνολικό εργατικό δυναμικό της Σμύρνης, που περιλάμβανε, εκτός από τους παραπάνω, τους εργαζόμενους σε εμπορικά καταστήματα, σε χώρους εστίασης και ψυχαγωγίας, στα μέσα μεταφοράς κ.ά., ανερχόταν σε 44.000 περίπου άτομα, από τα οποία 24.000 ήταν άνδρες, 13.000 γυναίκες και 7.000 παιδιά κάτω των 15 ετών.Ναοί, νοσοκομεία, σχολεία και ευαγή ιδρύματα Στη Σμύρνη υπήρχαν 19 ορθόδοξα παρεκκλήσια και εκκλησίες, χωρίς ανάμεσα σ’ αυτές να περιλαμβάνονται και εκείνες των προαστίων. Οι παλαιότερες ήταν η μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής και ο Άγιος Γεώργιος, και η μεγαλύτερη η Αγία Αικατερίνη στην ομώνυμη συνοικία. Όλες όσες βρίσκονταν εντός της ζώνης που αποτεφρώθηκε απ’ τη φωτιά του 1922 κάηκαν ολικώς ή μερικώς και στη συνέχεια κατεδαφίστηκαν. Διασώθηκαν έξι: η Αγία Μαρκέλλα στο Νταραγάτσι, ο ναός των Ταξιαρχών στο ορθόδοξο νεκροταφείο, ο Άγιος Ιωάννης στην Αλυγαριά, ο Άγιος Κωνσταντίνος στο Τεπετζίκι, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στον Απάνω Μαχαλά και ο Άγιος Βουκόλος. Ο τελευταίος είναι η μόνη παλαιά ορθόδοξη εκκλησία που υφίσταται ως σήμερα, ενώ τελευταία ανακαινίστηκε και χρησιμεύει ως πολιτιστικό κέντρο. Στην πολυπολιτισμική Σμύρνη υπήρχαν επίσης 14 καθολικοί, 5 προτεσταντικοί και 2 αρμενικοί ναοί και ναΐδρια, από τους οποίους σώζονται 4 καθολικοί –ανάμεσά τους και η καθολική μητρόπολη του Αγίου Ιωάννου– και 2 προτεσταντικοί. Ένας από τους τελευταίους, ο ολλανδικός ναός του Αγίου Αντωνίου, έχει μετατραπεί σε ορθόδοξο, τη νέα Αγία Φωτεινή. Από τις 11 συναγωγές έχουν διατηρηθεί οι 9, ενώ από τα πολυάριθμα τζαμιά κάηκαν μόνο τρία, όσα βρέθηκαν κοντά στο νότιο όριο των καμένων. Κάθε εθνότητα είχε το δικό της νοσοκομείο: Γραικικό (το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο), καθολικό (ιταλο-αυστριακό), ολλανδικό, αρμενικό, γαλλικό, βρετανικό και τουρκικό. Σώθηκαν τα τρία τελευταία, από τα οποία το γαλλικό με ζημιές που αποκαταστάθηκαν. Από τα πολυάριθμα ελληνικά σχολεία, τουλάχιστον ένα σε κάθε ενορία, διασώθηκαν τα δύο νεότερα και μεγαλύτερα: το Κεντρικό Παρθεναγωγείο και η Νέα Ευαγγελική Σχολή, που χρησιμοποιούνται ως σχολεία μέχρι σήμερα. Επίσης σώζεται η ενοριακή σχολή του Αγίου Ιωάννη στον Απάνω Μαχαλά, η οποία βρέθηκε έξω από τη ζώνη της φωτιάς. Όσον αφορά τα ξένα εκπαιδευτικά ιδρύματα, γλίτωσαν τρία, όμως το ωραιότερο απ’ αυτά, το Ιταλικό Παρθεναγωγείο, κατεδαφίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1940 για να διαπλατυνθεί η Παράλληλος (İkinci Kordon).Η ελληνική κοινότητα διατηρούσε επίσης ορφανοτροφείο, φιλόπτωχο ταμείο, άσυλο αστέγων, το Λαϊκό Κέντρο με τα συσσίτια για απόρους, οικοτροφεία και διάφορα άλλα ευαγή ιδρύματα. Όλα κάηκαν στη μεγάλη φωτιά της Σμύρνης. Όσον αφορά δε το ορθόδοξο νεκροταφείο στο Νταραγάτσι, το οποίο αν και βεβηλωμένο διασώθηκε αφού η φωτιά δεν έφτασε ως εκεί, η προσπάθεια του ελληνικού κράτους αργότερα να το αγοράσει απέβη άκαρπη. Σήμερα στον χώρο του φιλοξενούνται εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου της 9ης Σεπτεμβρίου (ημέρα της ανακατάληψης της Σμύρνης από τους Τούρκους). Πολιτισμός, ψυχαγωγία και αθλητισμός Στη Σμύρνη κυκλοφορούσαν λίγο πριν την Καταστροφή 8 ελληνικές εφημερίδες, με παλαιότερη την ευρείας κυκλοφορίας Αμάλθεια, καθώς και 2 περιοδικά. Στην τουρκική γλώσσα εκδίδονταν άλλες 8 εφημερίδες, στην ισπανοεβραϊκή (λαντίνο) 5, στην αρμενική 7 και στη γαλλική 5. Υπήρχαν επίσης αρκετά 494 τυπογραφεία που εξέδιδαν βιβλία σε όλες τις παραπάνω γλώσσες, καθώς και πολλά βιβλιοπωλεία. Στο κτήριο της παλαιάς Ευαγγελικής Σχολής, δίπλα στην Αγία Φωτεινή, στεγαζόταν μουσείο με αρχαιότητες και νομισματική συλλογή, μικρή πινακοθήκη, καθώς και βιβλιοθήκη με 50.000 τόμους, ανάμεσά τους και αρκετές παλαιές εκδόσεις.

Με βάση στοιχεία του 1921, στη Σμύρνη υπήρχαν 15 κινηματοθέατρα, 8 αίθουσες χορού, πάνω από 500 καφενεία, γύρω στις 220 ταβέρνες και οινοπωλεία για τις λαϊκές τάξεις, καθώς και περίπου 40 ζυθοπωλεία. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν και ένα μεγάλο υπαίθριο, στον Κήπο της ζυθοποιίας Αϊδίν στο Χαλκά Μπουνάρ. Εκτός από τα κινηματοθέατρα, τις αίθουσες χορού και ελάχιστα αριστοκρατικά καφενεία της προκυμαίας, όπου το κοινό ήταν μικτό, στα υπόλοιπα κέντρα ψυχαγωγίας οι θαμώνες ήταν σχεδόν αποκλειστικά άνδρες. Τα περισσότερα θέατρα και κινηματογράφοι ήταν συγκεντρωμένα στην προκυμαία, με πιο σημαντικά το Θέατρο Σμύρνης και το Θέατρο Κυβέλης (πρώην θέατρο Sporting). Όλα σχεδόν ανήκαν σε Έλληνες. Εκεί ανέβαιναν επιθεωρήσεις, οπερέτες και όπερες από ελληνικούς και ξένους θιάσους, δίνονταν συναυλίες, ενώ κατά διαστήματα προβάλλονταν και κινηματογραφικές ταινίες. Οι πιο γνωστές κινηματογραφικές αίθουσες ήταν το Παλλάς και το Λουξ. Μουσική άκουγε κανείς επίσης και στα καφενεία της προκυμαίας, όπου εμφανίζονταν οι περίφημες εστουδιαντίνες. Οι ανώτερες τάξεις σύχναζαν στις 16 λέσχες της Σμύρνης, με πιο γνωστές την Ελληνική Λέσχη, τη Λέσχη Σμύρνης, τη Μικρασιατική Λέσχη (πρώην Sporting Club) και τη Λέσχη των Κυνηγών. Οι λέσχες, εκτός από τις χοροεσπερίδες που διοργάνωναν τον χειμώνα, διέθεταν αναγνωστήρια, καπνιστήρια και, φυσικά, αίθουσες χαρτοπαιγνίου. Τα δύο μεγαλύτερα αθλητικά σωματεία της Σμύρνης ήταν ο Πανιώνιος, με ιδιόκτητο στάδιο δίπλα στο ορθόδοξο νεκροταφείο, και ο Απόλλων. Άλλοι ελληνικοί σύλλογοι ήταν ο Πέλοψ στο Καρατάσι, και ο Θησεύς και ο Ερμής στον Μπουρνόβα, όπου είχε την έδρα της και βρετανική αθλητική ομάδα. Ακόμα υπήρχαν και 3 αρμενικά, καθώς και 2 τουρκικά σωματεία. Ένα από τα τελευταία, η Altay, «κληρονόμησε» μετά την Καταστροφή το στάδιο του Πανιωνίου, όπου στεγάζεται ως σήμερα. Πολλά σχολεία διέθεταν κι αυτά αθλητικές ομάδες, που συναγωνίζονταν με τα επίσημα σωματεία. Τα κύρια αθλήματα ήταν ο στίβος και το ποδόσφαιρο. Η Σμύρνη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Η κατατρομοκράτηση του ελληνικού πληθυσμού της Θράκης και των παραλίων της δυτικής Μικράς Ασίας με στόχο να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταφύγουν στην Ελλάδα άρχισε ήδη από τα τέλη του 1913, για να κορυφωθεί την άνοιξη του 1914. Λίγο πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, οι περιοχές αυτές είχαν αδειάσει από τους Έλληνες κατοίκους τους. Μόνο οι Έλληνες της Σμύρνης και των Βουρλών εξαιρέθηκαν και δεν εκδιώχθηκαν. Τους νέους άνδρες τούς περίμενε όμως το μαρτύριο των εργατικών ταγμάτων (αμελέ ταμπουρού). Αν και θεωρητικά μπορούσαν να αποφύγουν τη στράτευση καταβάλλοντας αντισήκωμα (το λεγόμενο «μπεντέλι»), συχνά καλούνταν να πληρώσουν το σχετικό ποσό επανειλημμένα, και όταν πια αδυνατούσαν να το πράξουν, τότε τους στράτευαν. Για να γλιτώσουν, πολλοί κατέφευγαν στην Ελλάδα, ενώ άλλοι κρύβονταν σε κρυψώνες στα διάκενα των ξύλινων οροφών των σπιτιών, αποτελώντας τα θρυλικά «ταβάν ταμπουρού» (τάγματα των ταβανιών). Όμως Τούρκοι χωροφύλακες έκαναν αιφνιδιαστικές εφόδους στα σπίτια και συλλάμβαναν όσους έβρισκαν. Εκείνους που αντιστέκονταν τους ξυλοκοπούσαν και τους οδηγούσαν σιδηροδέσμιους στο ειδικό στρατολογικό γραφείο για Χριστιανούς. Εκεί, στο φοβερό Μπεϊλέρ σοκάκι, τους περίμενε άγριο ξύλο και βουρδουλιές, ώσπου να σταλούν εντέλει μαζί με τους υπόλοιπους στρατεύσιμους στο τάγμα τους, στο εσωτερικό της Ανατολίας.

Στα αμελέ ταμπουρού οι Χριστιανοί υπηρετούσαν τη θητεία τους άοπλοι, συνήθως σπάζοντας πέτρες και κατασκευάζοντας δρόμους υπό άθλιες συνθήκες. Οι κακουχίες, οι επιδημίες, ο υποσιτισμός και το ψύχος συντελούσαν ώστε μόνο μικρό ποσοστό να επιστρέφει τελικά στα σπίτια του. Δεν υπέφεραν όμως μόνο οι στρατεύσιμοι εκείνη την περίοδο. Ο εξανθηματικός τύφος θέριζε, ενώ παράλληλα, λόγω του αποκλεισμού του λιμανιού της Σμύρνης από τους Βρετανούς, άρχισε και η πείνα, που γρήγορα πήρε μεγάλες διαστάσεις. Το ψωμί και άλλα βασικά τρόφιμα διανέμονταν με δελτίο («βεσικά») σε ανεπαρκείς ποσότητες, οπότε άρχισε να ανθίζει η μαύρη αγορά. Ακόμα και η οργάνωση συσσιτίων από την ορθόδοξη κοινότητα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες λόγω έλλειψης καυσίμων υλών. Από τον Μάιο του 1916 ξεκίνησαν και αεροπορικοί βομβαρδισμοί. Σε έναν μάλιστα από αυτούς επλήγη η συνοικία του Αγίου Τρύφωνος, με πολλά θύματα. Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν με διαλείμματα ως το καλοκαίρι του 1917. Τέλος, μία τραγωδία αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή. Μετά από προσπάθειες της ορθόδοξης κοινότητας ματαιώθηκε η πρόθεση του τότε βαλή (νομάρχη) Ραχμί μπέη να αποσταλεί μεγάλος αριθμός ορφανών Ελληνόπουλων στο μουσουλμανικό ορφανοτροφείο της Μαγνησίας, κάτι που πιθανότατα θα είχε σαν αποτέλεσμα τον εξισλαμισμό τους.

Η Ελλάδα στη Σμύρνη

Στις 2/15 Μαΐου του 1919, με εντολή των Συμμάχων, ο ελληνικός στρατός αποβιβαζόταν στη Σμύρνη. Σύσσωμος ο ελληνικός πληθυσμός είχε συγκεντρωθεί στην προκυμαία και παρακολουθούσε με δάκρυα στα μάτια την άφιξη των στρατιωτών. Οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα, οι γαλανόλευκες ανέμιζαν, οι ζητωκραυγές δονούσαν τον αέρα. Κορίτσια έραιναν τους φαντάρους με ροδοπέταλα και ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος γονάτιζε και ευλογούσε την ελληνική σημαία. Μετά από αιώνες δουλείας, η Σμύρνη ήταν και πάλι ελεύθερη! Δεν έγιναν όμως όλα κατ’ ευχήν, σύμφωνα με το σχέδιο. Ένα ευζωνικό τμήμα, αντί να αποβιβαστεί νοτιότερα, στο προάστιο Καραντίνα, με σκοπό να περικυκλωθούν οι τουρκικές συνοικίες, αποβιβάστηκε στο κέντρο της προκυμαίας, ανάμεσα στο πλήθος. Από εκεί οι εύζωνοι αποπειράθηκαν να φτάσουν στο στόχο τους παρελαύνοντας κατά μήκος της προκυμαίας και περνώντας μέσα από τους τούρκικους μαχαλάδες. Όμως, λίγο μετά την πλατεία του Διοικητηρίου έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Οι εύζωνοι αντέδρασαν, και μέσα σε μια ώρα η τουρκική αντίσταση είχε κατασταλεί. Σ’ αυτό συντέλεσε και η καταρρακτώδης βροχή που έπεσε γύρω στο μεσημέρι. Υπήρξαν θύματα και από τις δύο πλευρές, που αυξήθηκαν όταν κάποια στοιχεία βρήκαν την ευκαιρία να αντεκδικηθούν για όσα είχαν υποστεί τα προηγούμενα χρόνια. Ο αριθμός των θυμάτων ποικίλει ανάλογα με την πηγή: κυμαίνεται από μερικές δεκάδες κατά τους Έλληνες, ανάμεσά τους και Έλληνες στρατιώτες, έως εκατοντάδες ή και χιλιάδες σύμφωνα με τους Τούρκους. Από τις νέες ελληνικές Αρχές καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δύο εύζωνοι ως υπεύθυνοι λεηλασιών και κλοπών. Αργότερα συστήθηκε ειδική συμμαχική επιτροπή για να ερευνήσει τα έκτροπα στη Σμύρνη, στο Αϊδίνι και αλλού, τα συμπεράσματα της οποίας δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκά για τους Έλληνες. Ο κακός σχεδιασμός της απόβασης είχε αργότερα, το 1922, και άλλες ολέθριες συνέπειες, αφού εκατοντάδες Έλληνες εκτελέστηκαν μετά την τουρκική ανακατάληψη της Σμύρνης ως υπαίτιοι των «σφαγών» του 1919.

Με την άφιξη του Ύπατου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη η κατάσταση στην πόλη ομαλοποιήθηκε, αφού ο Στεργιάδης προσπάθησε να κρατήσει ίσες αποστάσεις ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους, σε σημείο μάλιστα συχνά να ευνοεί επιδεικτικά τους τελευταίους. Το γεγονός αυτό, καθώς και ο στρυφνός και αυταρχικός χαρακτήρας του Ύπατου Αρμοστή, δημιούργησε πολλές αντιπάθειες προς το πρόσωπό του ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό της Σμύρνης. Γενικά πάντως η Σμύρνη, ελληνική πια, γνώρισε στη συνέχεια ένα ευτυχισμένο και ειρηνικό διάστημα, χωρίς τριβές ανάμεσα στις δύο σημαντικότερες κοινότητες, τουλάχιστον όσο ο ελληνικός στρατός σημείωνε επιτυχίες στα πεδία των μαχών. Αυτή ήταν όμως η τελευταία αναλαμπή της πόλης, αφού η κατάσταση μετά την υποχώρηση των Ελλήνων στον Σαγγάριο πήρε δυσάρεστη τροπή και βαριά, απειλητικά σύννεφα άρχισαν να συγκεντρώνονται στον ορίζοντα.

Ο παππούς μου

Ενδιάμεσα, και συγκεκριμένα την Πρωτοχρονιά του 1920, ο παππούς μου Σταμάτης Χατζηγιάννης, τότε δεκανέας πυροβολικού, έφτανε με μεταγωγικό ατμόπλοιο στη Σμύρνη προερχόμενος από τη Θεσσαλονίκη. Να οι πρώτες του εντυπώσεις: «Αρμενίζαμε όλη την υπόλοιπη μέρα και νύχτα, και την επόμενη, πρώτη του νέου έτους 1920, με το ξημέρωμα, αφήναμε πίσω μας τα Βουρλά με τα ξακουστά παλικάρια, που δεν κατάφεραν να τα απομακρύνουν οι Τούρκοι στο διωγμό του 1914 πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρακάτω, αφού περάσαμε το εξωτερικό φρούριο της Σμύρνης, το Εξώκαστρο, άρχισαν να παρελαύνουν μπροστά μας τα νότια προάστια της Σμύρνης, το Κοκάργιαλι, το Γκιόζτεπε, η Καραντίνα, το Καρατάσι. Λίγη ώρα αργότερα αντικρίζαμε για πρώτη φορά τη Νύμφη της Ιωνίας, τη χιλιοτραγουδισμένη Σμύρνη. Δεξιά στην προκυμαία, προς το Διοικητήριο, είδαμε το εντυπωσιακό Κουμέρκι – το Τελωνείο – και ένα μικρό λιμάνι (…). Κι ακόμα, στο βάθος, το στεφάνωμα της ξακουστής πόλης, το φρούριο Κατιφέ Καλέ, και στα πόδια του οι απάνω μαχαλάδες που έπεφταν προς τη θάλασσα. Πιο πάνω απ’ το λιμάνι άρχιζαν τα αρχοντικά της αφρόκρεμας της Σμύρνης, Ελλήνων, Άγγλων, Γάλλων, Ιταλών, και κάθε άλλης ράτσας ευγενικής. (…) Παίρνοντας τη στροφή στο ακρωτήριο της Πούντας μας περίμενε ένα θέαμα ανεπανάληπτο: τα φημισμένα ακρογιάλια του Κόλπου της Σμύρνης. Αριστερά φάνηκε το Κορδελιό με την υπέροχη προκυμαία, τη χρυσή αμμουδιά του και τις βίλες των πλούσιων Σμυρνιών και των Τούρκων πασάδων, που έφταναν μέχρι του Παππά τη Σκάλα. Οι βίλες αυτές είχαν όλες ιδιόκτητες ξύλινες εξέδρες για τα μπάνια που εκτείνονταν ως μέσα στη θάλασσα, με καμπίνες για ν’ αλλάζουν στην άκρη. Πιο δεξιά, στον μυχό του, ο κόλπος πλησίαζε στον Μπορνόβα, με τις πανέμορφες κοπέλες και κυράδες. (…) Πριν περάσει πολλή ώρα το πλοίο μας πλεύριζε στην πρόχειρη προβλήτα της Πούντας, όπου σε μια ξύλινη εξέδρα άραζαν και ξεφόρτωναν τα φορτηγά πλοία. Μόλις έδεσε το πλοίο άρχισε αμέσως η αποβίβαση, πρώτα των κτηνών και κατόπιν των ανδρών. Ανάμεσά τους, από τους πρώτους, ήμουν κι εγώ. Δεν είχα προλάβει να κατεβώ καλά-καλά και μου ανέθεσαν μιαν αγγαρεία. Γνώριζαν ότι καταγόμουν από την περιφέρεια Σμύρνης, και θα πίστευαν μάλλον ότι ήμουν από τη Σμύρνη την ίδια, και άρα θα ήξερα την πόλη. Εγώ όμως την έβλεπα για πρώτη φορά, και ούτε τούρκικα ήξερα καθόλου. Στο χωριό μου, την Κάτω Παναγιά, δεν είχαμε καθόλου Τούρκους, ούτε είχε ποτέ γεννηθεί Τούρκος εκεί. Ο αστυνόμος, ο δημόσιος εισπράκτορας και ο μουντούρης – ο πολιτικός αντιπρόσωπος –έρχονταν καθημερινά από τον Τσεσμέ, που απείχε 20-30 λεπτά με τα πόδια. Στη Σμύρνη πάντως αποδείχτηκε ότι τα τούρκικα δεν ήταν καθόλου απαραίτητα, αφού εδώ ζούσαν τόσοι πολλοί Έλληνες, ώστε οι Τούρκοι να την αποκαλούν Γκιαούρ Σμύρνη. Μου έδωσαν λοιπόν ένα κάρο με δύο άνδρες, και έναν αξιωματικό για συνοδεία. Σκοπός της αποστολής μας ήταν να προμηθευτούμε κρέας και ψωμί για τους άνδρες. Αυτό όμως δεν θα ήταν και ιδιαίτερα εύκολο, αφού κατέφθαναν συνεχώς νέες στρατιωτικές μονάδες (…). Έτσι, οι φούρνοι δεν πρόφταιναν να ικανοποιούν τις ανάγκες σε ψωμί, αλλά και το κρέας παρουσίαζε έλλειψη λόγω των εορτών. Βγήκαμε λοιπόν με το κάρο γυρνώντας φούρνους και κρεοπωλεία και συγκεντρώνοντας ό,τι βρίσκαμε. Στο μεταξύ ο καιρός χάλασε, άρχισε να βρέχει του καλού καιρού, και φυσικά γίναμε μούσκεμα. Όταν μαζέψαμε αρκετά γυρίσαμε στην Πούντα, κοντά στον Άγιο Γιάννη του Παροξυμού όπως τον έλεγαν οι Σμυρνιές, που πίστευαν ότι θεράπευε την ελονοσία. Εκεί, σε μιαν αλάνα που υπήρχε δεξιά, προς το τέλος της λεωφόρου που ξεκινούσε απ’ το λιμάνι, είχαν καταυλιστεί οι πυροβολαρχίες, έχοντας ξεφορτώσει τα κτήνη και μέρος του υλικού. Νομίζω ότι η συνοικία λεγόταν Χιώτικα και, όπως έμαθα, στο βάθος του δρόμου βρίσκονταν οι οίκοι ανοχής. Όσο έλειπα, η βροχή είχε σχεδόν μετατρέψει τον καταυλισμό σε τέλμα. Ψάχνοντας να βρω τη σκηνή του σιτιστή για να παραδώσω τα τρόφιμα, την αναγνώρισα από ένα μουλάρι που ήταν εκεί απ’ έξω και μασουλούσε έχοντας χώσει τη μουσούδα σ’ ένα σακί γεμάτο με ρεβίθια. (…) Κανείς όμως δεν έβγαινε να το απομακρύνει, για να μη μουσκέψει απ’ τη βροχή. Αφού έδιωξα το μουλάρι προς τους στάβλους, παρέδωσα τα συγκεντρωμένα τρόφιμα στον σιτιστή και κοίταξα να καταφύγω σε κάποιο φιλικό αντίσκηνο, να βγάλω από πάνω μου το χιτώνιο για να στεγνώσει. Πηγαίνοντας προς τα εκεί, μες στη νεροποντή, αντίκρισα κάτι που με συγκλόνισε κι έκανε την καρδιά μου να λαχταρίσει: τρεις Σμυρνιοπούλες σαν τα κρύα νερά, κρατώντας σκεπασμένα πανέρια και αψηφώντας την κατακλυσμιαία βροχή που τις είχε κυριολεκτικά μουσκέψει, γύριζαν τ’ αντίσκηνα μοιράζοντας γλυκά και κουλούρια σμυρναίικα, θέλοντας να προσφέρουν στους φαντάρους λίγη οικογενειακή θαλπωρή. Παίρναμε όλοι με συγκίνηση απ’ τα τρυφερά τους χεράκια τα γλυκά, που μας θύμιζαν τα σπίτια μας, γιορτινά και χαρούμενα λόγω της ημέρας, αλλά και τόσο μακρινά. Μας παρηγορούσε όμως η σκέψη ότι την οικογενειακή ζεστασιά που αποστερούμαστε, την προσφέραμε για το μεγαλείο της Πατρίδας…»

Η Καταστροφή

Δύο εβδομάδες μετά τη μεγάλη τουρκική επίθεση στις 13/26 Αυγούστου 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ, ο νικηφόρος τουρκικός στρατός έμπαινε στη Σμύρνη. Τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις βδομάδες και τρεις μέρες ελληνικής κατοχής και διοίκησης της πόλης τερματίζονταν. Οι διαθέσεις των Τούρκων φάνηκαν από την πρώτη στιγμή. Η αρμενική συνοικία ήταν ο πρώτος στόχος, για ν’ ακολουθήσουν οι απομακρυσμένες ελληνικές συνοικίες και τα ελληνικά προάστια. Λεηλασίες, ληστείες, βιασμοί και φόνοι, μια πλήρης γκάμα θηριωδιών, αποτελούσαν το ρεπερτόριο της βίας. Αυτουργοί ήταν στρατιώτες του τακτικού στρατού, τσέτες, χωρικοί που είχαν συρρεύσει στην πόλη, αλλά και Τούρκοι πολίτες της Σμύρνης. Σ’ αυτά ήρθε να προστεθεί το άγριο λιντσάρισμα του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου, τον οποίο παρέδωσε στον όχλο ο ίδιος ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής, ο Νουρεντίν πασάς. Διδάχθηκαν μ’ αυτό το παράδειγμα οι νικητές πως οι Χριστιανοί αποτελούσαν θεμιτή λεία: μπορούσαν να κάνουν μ’ αυτούς ό,τι ήθελαν. Τις επόμενες τρεις μέρες η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε. Η αρμενική συνοικία άδειασε. Όσοι Αρμένιοι δεν δολοφονήθηκαν, άφησαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν σε ναούς, σχολεία και ξένα ιδρύματα, ελπίζοντας ν’ αποφύγουν τα χειρότερα υπό την απατηλή προστασία του πλήθους που βρισκόταν εκεί. Τα ίδια και οι πρόσφυγες από το εσωτερικό, που γέμιζαν τα προαύλια των ναών, την προκυμαία και τους γύρω δρόμους, νηστικοί και απελπισμένοι. Στις μακρινές συνοικίες και στα προάστια –στο Νταραγάτσι, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στο Καρατάσι, στο Μερσινλί, στον Μπουρνόβα και αλλού– τα πτώματα συσσωρεύονταν, και απομακρύνονταν με κάρα. Στην κεντρική Σμύρνη οι Έλληνες κλείνονταν στα σπίτια τους. Όσοι τολμούσαν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους προπηλακίζονταν, ληστεύονταν και δολοφονούνταν, αν δεν φορούσαν κονκάρδα με τα χρώματα κάποιου ξένου κράτους. Λίστες προγραφών καταρτίστηκαν, και όσοι περιλαμβάνοντας σ’ αυτές συλλαμβάνονταν, καταδικάζονταν στα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» και εκτελούνταν. Από τα πολεμικά που ήταν δεμένα στον κόλπο της Σμύρνης, οι ξένοι παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα με αυτοσυγκράτηση έως αδιαφορία. Είχαν εντολές να μην επεμβαίνουν, παρά μόνο για να προστατεύσουν τις ζωές και τις περιουσίες των υπηκόων των κρατών τους. Το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου (νέο ημερολόγιο), τέσσερις μέρες μετά την είσοδο των Τούρκων, μπήκαν οι πρώτες φωτιές στην αρμενική συνοικία. Αν και οι πυροσβέστες κατάφεραν να σβήσουν τις αρχικές εστίες, συνεχείς εμπρησμοί σε διάφορα σημεία κατέστησαν τελικά το έργο τους αδύνατο. Από νωρίς το απόγευμα οι μεμονωμένες εστίες άρχισαν να ενώνονται, και η γιγαντιαία φωτιά κατέτρωγε πια τα πάντα στο διάβα της. Περνώντας τα όρια της αρμενικής συνοικίας, εξαπλώθηκε γρήγορα και στις ελληνικές, στον Άγιο Γεώργιο, στον Άγιο Δημήτριο, στα Σπιτάλια. Ως τη νύχτα η φωτιά έγινε ανεξέλεγκτη, φτάνοντας μετά τα μεσάνυχτα και στην κατάμεστη με απελπισμένο κόσμο προκυμαία. Εκεί, οι πρόσφυγες και οι ξεσπιτωμένοι Σμυρνιοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον πύρινο θάνατο από τη μία πλευρά, τα βαθιά νερά της θάλασσας απ’ την άλλη, και τα πολυβόλα των Τούρκων που είχαν στήσει μπλόκα στα δύο άκρα της προκυμαίας, εμποδίζοντάς τους να φύγουν προς τη σωτηρία. Πολλοί καίγονταν, και άλλοι σπρώχνονταν ή πηδούσαν στη θάλασσα και πνίγονταν. Φρικιαστικές κραυγές ακούγονταν από μίλια μακριά. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πάνοπλοι Τούρκοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο πλήθος, ληστεύοντας και σφάζοντας.

Μπροστά στην ανθρωπιστική καταστροφή που συντελούνταν μπροστά στα μάτια τους, οι ξένοι από τα πλοία, με πρώτους τους Βρετανούς, δραστηριοποιήθηκαν και άρχισαν να παραλαμβάνουν πρόσφυγες, ενώ ως τότε τους απωθούσαν, ρίχνοντάς τους πίσω στη θάλασσα. Όσοι όμως κατάφεραν να γλιτώσουν έτσι δεν ήταν παρά σταγόνα στον ωκεανό. Η φωτιά συνεχίστηκε και τις επόμενες δύο μέρες, αλλάζοντας κατεύθυνση με τη βοήθεια του ανέμου και κατακαίγοντας ό,τι είχε απομείνει στο εσωτερικό της Σμύρνης. Μάλιστα έφθασε να απειλήσει ακόμα και το Διοικητήριο, με τις νέες τουρκικές αρχές να ετοιμάζονται να το εγκαταλείψουν άρον-άρον. Από τις χριστιανικές συνοικίες έμειναν ανέπαφες μόνο η Πούντα, τμήματα της Μπέλλα Βίστα, καθώς και όσες συνοικίες βρίσκονταν σφηνωμένες ανάμεσα στους τούρκικους μαχαλάδες ή ανατολικά των γραμμών του τρένου. Η εβραϊκή συνοικία, όπως και οι τουρκικές και το μεγαλύτερο τμήμα της κεντρικής αγοράς (τσαρσί) δεν έπαθαν τίποτε.

Η Έξοδος

Σύμφωνα με διαταγή που εκδόθηκε αμέσως μετά τη φωτιά, όλοι οι Χριστιανοί άρρενες στρατεύσιμης ηλικίας (18-45 ετών) θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Συλλαμβάνονταν, κλείνονταν προσωρινά σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως όπου απογυμνώνονταν από κάθε τι πολύτιμο, ως τα ρούχα και τα παπούτσια, και στη συνέχεια εκτοπίζονταν στο εσωτερικό. Μικρό ποσοστό όμως έφθανε στον προορισμό του, αφού στον δρόμο οι περισσότεροι σκοτώνονταν, είτε από τους ίδιους τους συνοδούς τους είτε από εξαγριωμένους Τούρκους χωρικούς. Αλλά και εκείνοι που έφθαναν στα στρατόπεδα αιχμαλώτων αποδεκατίζονταν από τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν εκεί. Ελάχιστοι από αυτούς επέστρεψαν. Οι υπόλοιποι, ηλικιωμένοι άνδρες και γυναικόπαιδα, περίμεναν με αγωνία τα πλοία που θα τους απομάκρυναν από την καμένη Σμύρνη, αφού αν δεν κατάφερναν να φύγουν μέσα στην προθεσμία που δόθηκε θα τους περίμενε η ίδια τύχη όπως τους νέους άνδρες, δηλαδή η εκτόπιση και ο θάνατος. Τελικά τα πλοία έφτασαν, με πρωτοβουλία των Αμερικανών. Μετά από συμφωνία με τους Τούρκους, ελληνικά πλοία πλεύρισαν ανενόχλητα στην προβλήτα της Πούντας για να παραλάβουν τους απελπισμένους πρόσφυγες. Μόνη προϋπόθεση ήταν να μη φέρουν την ελληνική σημαία. Μέσα σε λίγες μέρες απομακρύνθηκαν γύρω στους 150.000 Χριστιανοί, οι οποίοι αρχικά μεταφέρθηκαν στα κοντινά νησιά, Μυτιλήνη και Χίο. Από εκεί προωθούνταν σε άλλα νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ως αστοί που ήταν στην πλειοψηφία τους, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος και άλλες πόλεις ήταν οι κύριοι τελικοί προορισμοί των Σμυρνιών προσφύγων. Οι απόγονοί τους, τρίτης και τέταρτης γενιάς οι περισσότεροι, διατηρούν πάντα με νοσταλγία στην καρδιά τους την αλησμόνητη Σμύρνη.

Γιώργος Πουλημένος

Κατάγεται από την πλευρά της μητέρας του από την Κάτω Παναγιά του Τσεσμέ. Σπούδασε χημικός μηχανικός στη Γερμανία και εργάστηκε επί 30 περίπου έτη ως αναλυτής/προγραμματιστής Η/Υ. Ο Μικρασιάτης παππούς του Σταμάτης Χατζηγιάννης ήταν εκείνος που του ενέπνευσε την αγάπη για τις αξέχαστες πατρίδες, με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να ασχολείται σε βάθος με τη Σμύρνη παίρνοντας μέρος σε επιστημονικά συνέδρια και παρουσιάσεις και εκδίδοντας σχετικά βιβλία και χάρτες. Έργα του ως τώρα: A Lexicon of Smyrneika (2011, με τους Alex Baltazzi και George Galdies, τρίγλωσσο λεξικό της σμυρναίικης διαλέκτου, αγγλικά-ελληνικά-τουρκικά), Σμύρνη-İzmir: Ιστορικός χάρτης (2017, με τη Μαριάννα Μαστροσταμάτη), Οι Μηνιώτες στην Κατοχή (2018, επιμέλεια), Η Προκυμαία της Σμύρνης (2018, με τον Αχιλλέα Χατζηκωνσταντίνου, δίτομο, βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2019), Λέων & Εμινέ (2018, μυθιστόρημα), Σμύρνη – Περιηγητικός οδηγός 1922 (2019, μετάφραση στα τουρκικά 2021). Περισσότερα στο http://gpoulimenos.info/el/

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

alexandrou giannis marina amfivoliesΜόλις κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα των Γιάννη και Μαρίνας Αλεξάνδρου (ψευδώνυμο του εδώ και χρόνια επιτυχημένου συγγραφικού ζευγαριού που αποτελείται από τον απόφοιτό μας Γιάννη Γεωργακάκη και τη σύζυγό του Μαρίνα) με τίτλο “Αμφιβολίες και Όνειρα“, από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Στο βιβλίο, μια σύµπτωση ενώνει τη ζωή δύο διαφορετικών γυναικών. Η πρώτη ζει στο σήµερα, ενώ η άλλη αιώνες πριν. Η μια από τις δυο γυναίκες είναι η Μυρσίνη, φιλόλογος, η οποία ονειρεύεται πανεπιστηµιακή καριέρα, και φεύγει από την Αθήνα για να πάει να ζήσει στην Καρδαµύλη. Μετά από περιπέτειες, θα βρει την ευτυχία. Η άλλη γυναίκα είναι η Στέλλα Αλιπράντη, που έζησε στην Αγία Πετρούπολη το 1770: το ηµερολόγιο της θα ανακαλύψει στο µουσείο Ερµιτάζ σε ένα ταξίδι της η Μυρσίνη.

Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

tileagapi vaikoussi petra hardtΣε μετάφραση της Έμης Βαϊκούση (’76) κυκλοφόρησε προσφάτως η “Τηλεαγάπη“ της Γερμανίδας συγγραφέως Petra Hardt από τις εκδόσεις Εστία.

Ευχαριστώ ιδιαίτερα και την Εύα Καραϊτίδη, βεβαίως διότι μου εμπιστεύθηκε το βιβλίο, αλλά και διότι η μετάφραση του τίτλου (Fernlieben, Τηλεαγάπη) ήταν δική της ιδέα. Μια ιδέα που αμέσως προτίμησα από λύσεις του τύπου “αισθήματα εξ αποστάσεως” κ.λπ. Βρίσκω πως έχει μια φρεσκάδα αυτή η λέξη, που επιπλέον εκφράζει με σαφήνεια και απλότητα την νέα πραγματικότητα, αυτήν της εποχής μας.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η Πέτρα Χαρτ –εμβληματική φυσιογνωμία του παγκόσμιου εκδοτικού τοπίου– περιγράφει τις εμπειρίες της στα μεγάλα κέντρα υψηλής τεχνολογίας της Καλιφόρνιας, στη Σίλικον Βάλεϊ και τις πανεπιστημιουπόλεις Μπέρκλεϊ και Στάνφορντ. Οι τακτικές υπερατλαντικές επισκέψεις της γιαγιάς σε παιδιά και εγγόνια στην Καλιφόρνια δεν συμβάλλουν απαραίτητα στην εξοικείωση με τη ζωή και το εκεί εργασιακό περιβάλλον. Φταίει άραγε η ηλικία της, φταίει το ότι είναι πολύ Ευρωπαία, πολύ καλλιεργημένη, ένας αληθινός «βιβλιοπόντικας»; Η συγγραφέας περιγράφει με αυτοσαρκαστική διάθεση τις σχέσεις μεταξύ των γενεών, μεταξύ των διαφορετικών τρόπων ζωής και συμπεριφοράς.

Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

papatheodorou vassilis to diko mou vasileioΚυκλοφόρησε προσφάτως το νέο βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου (’85) «Το δικό μου βασίλειο» από τις εκδόσεις Καστανιώτη (μυθιστόρημα για παιδιά 9+).

Ο ίδιος, στη σελίδα του στο fb, λέει για το βιβλίο του:

Μια ιστορία για έναν πατέρα που προσπαθεί να κρατήσει μονιασμένη την οικογένειά του. Μια ιστορία για μια πόλη, που η προοπτική νομής της εξουσίας από τους κατοίκους της, την χωρίζει σε φατρίες και κλίκες. Μια ιστορία για τους απόκληρους και την μοίρα τους όταν βρεθούν μπροστά σε διάφορα συμφέροντα. Μια ιστορία-επισκόπηση πολιτευμάτων και διαφόρων κοινωνικών και κοινωνιολογικών φαινομένων που έχουν εμφανιστεί. Μα πάνω απ’ όλα μια ιστορία για ένα κοριτσάκι, νοητικά ανώριμο για την ηλικία του, που οι συνθήκες το ωριμάζουν γρήγορα. Εκεί όπου έννοιες όπως φιλία, αγάπη, αλτρουισμός έχουν καταρρεύσει, η μικρή Έμιλι τις κρατά σαν θησαυρό στο «Δικό της βασίλειο».

Ένα βιβλίο αστείο, παρανοϊκό και συγκινητικό.

Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

theologia plithonosΟι Εκδόσεις Άπαρσις και ο Ιωάννης Δ. Παπασημάκης προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του “Η Θεολογία του Πλήθωνος – Σχέση και διάσταση με την σκέψη των Πατέρων της Ανατολικής Εκκλησίας” την Τετάρτη 15 Ιουνίου στις 20.00 στο Cafe Κήπος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Βάνα Νικολαΐδου Κυριανίδου, Πρόεδρος του Τμήματος Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ

Αλέξανδρος Σταθακιός, Θεολόγος / Κοινωνιολόγος

Πανίκκος Φαφουρτής, Διδάκτωρ Θεολογίας ΕΚΠΑ

Παρέμβαση από τον Χρήστο Μπαλόγλου, Συγγραφέα, ειδικό αναλυτή των πληθωνικών μελετών

Θα συντονίσει ο Βασίλης Καλαμαράς, επιμελητής έκδοσης

Η Θεολογία του Πλήθωνος, έξοχα ελληνική, φιλοσοφική και πολιτική, σηματοδοτεί έναν διαφορετικό δρόμο για την οργάνωση της κοινωνίας και τη νοηματοδότηση της ζωής. Ο φιλόσοφος του Μυστρά κατασκευάζει ένα θεολογικό και ταυτόχρονα οντολογικό σύστημα με σκοπό τη μεταφυσική θεμελίωση του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, βασισμένο όχι στην αποκεκαλυμμένη αλήθεια, όπως συμβαίνει στη Χριστιανική Πίστη, αλλά στον φυσικό λόγο. Θέτει, έτσι, τις ιδρυτικές αρχές μιας νέας πολιτείας, αρχές που πηγάζουν και βασίζονται στη δική του αντίληψη περί του θείον, απαιτούν μια νέα δόμηση του σύμπαντος, έχουν άξονα την ελληνική θρησκεία και στηρίζονται στις δυνάμεις του ανθρώπου.

Ο συγγραφέας δεν εξετάζει τη σχέση των μεταφυσικών και οντολογικών αντιλήψεων του Πλήθωνος, μόνο με την ελληνική φιλοσοφία και το παγανιστικό αντιληπτικό σύμπαν. Επιπλέον, η πληθωνική σκέψη προσεγγίζεται εδώ υπό το φως των βασικών θέσεων των Πατέρων της Ανατολικής Εκκλησίας. Μέσα από την διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο ο Πλήθων χρησιμοποιεί και μεταλλάσσει εννοιακά τους πατερικούς όρους, το συγκεκριμένο έργο φέρνει στο φως τον διαρκή διάλογο του «έλληνα» στοχαστή και φιλοσόφου με την Ορθόδοξη Χριστιανική Θεολογία. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

baloglou theologia plithonos

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

stamatis giorgos o megalos metasximatismos 2022Κυκλοφόρησε πρόσφατα (εκδόσεις Παπαζήση) το βιβλίο που έγραψε ο νομικός και σύμβουλος επιχειρήσεων Γιώργος Σταμάτης (απόφ. 1969) μαζί με τον Αντώνη Ζαΐρη, με τίτλο: “Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, Πορεία προς την Αβεβαιότητα”.

Τι σχέση μπορεί να έχει η διαγενεακή βία με τις μεταρρυθμίσεις και ο επιστημονικός με τον παραεπιστημονικό λαϊκισμό;

Ανακτούν οι Ανθρωπιστικές Επιστήμες το κύρος και τη χρησιμότητά τους, υποστηρίζοντας ηθικά και εξισορροπητικά το «νέο γενναίο μας κόσμο», που προχωρά πάνω στο τρένο της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης με ανεξέλεγκτη ταχύτητα;

Το περιβάλλον, η ανισότητα και οι ταυτότητες πόσο θα επηρεάσουν το μέλλον του συστήματος που κυβερνά χωρίς αντίπαλο τον κόσμο σήμερα;

Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

gemtou istoria tis texnisΚυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της Ελένης Γέμτου με τίτλο “Ιστορία της Τέχνης” από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Το βι­βλίο αυτό απευ­θύ­νε­ται κυ­ρί­ως στους ελ­λη­νό­φω­νους σπου­δα­στές τε­χνο­ϊ­στο­ρι­κών κα­τευ­θύν­σε­ων που ολοκληρώνοντας τις προ­πτυ­χι­α­κές τους σπου­δές έχουν ελά­χι­στη εξοι­κεί­ω­ση με επι­στη­μο­λο­γι­κά θέ­μα­τα του γνω­στι­κού τους πε­δίου: έχει σκο­πό να συμ­βά­λει στην κα­τα­νό­η­ση των δο­μών, των σκο­πών και των με­θό­δων της επι­στή­μης της ιστο­ρί­ας της τέ­χνης. Στον δυ­τι­κό κό­σμο ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ροι ιστο­ρι­κοί της τέ­χνης ασχολούνται με τη με­θο­δο­λο­γία της επι­στή­μης τους, τά­ση που έχει τις απαρ­χές της στους ση­μα­ντι­κούς ιστορικούς της τέ­χνης του φι­λο­σο­φι­κού-εξη­γη­τι­κού ερ­μη­νευ­τι­κού συ­στή­μα­τος των αρ­χών του 20ου αι.

Νε­ό­τε­ρες και σύγ­χρο­νες με­λέ­τες κα­τα­δει­κνύ­ουν εγ­χει­ρή­μα­τα κα­τα­γρα­φής αφη­γη­μά­των για την ιστο­ρία της ιστο­ρί­ας της τέ­χνης, αν­θο­λό­γη­σης θε­ω­ρη­τι­κών και με­θο­δο­λο­γι­κών κει­μέ­νων με κρι­τι­κούς σχο­λι­α­σμούς, ή και ανα­λύ­σε­ων των με­θό­δων του μο­ντέρ­νου και με­τα­μο­ντέρ­νου πα­ρα­δείγ­μα­τος, στο πλαί­σιο των οποί­ων η καταγραφή της ιστο­ρί­ας της τέ­χνης ακο­λού­θη­σε εντε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κές με­θό­δους.

Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

fotounas an island at warΗ Ήρα Καλιαμπέτσου εντόπισε μιά παλαιά έκδοση ενός βιβλίου του Αργύρη Φορτούνα.

Να θυμίσουμε ότι ο Αργύρης Φορτούνας ήταν απόφοιτος της εποχής της Αραχώβης, συμμαθητής της Βεατρίκης Δημητριάδου και της Ροδούλας Κούμαρη-Σταθάκη και ήταν προσκεκλημένος μας στην εκδήλωση του 2013: “Οι Απόφοιτοι του Πολέμου”, όπου δεν μπόρεσε μεν να παρευρεθεί, αλλά εμφανίστηκε στην Aula μέσω skype.

Το βιβλίο αναφέρεται στις αναμνήσεις του Αργύρη στην Αίγινα, στα χρόνια μεταξύ 1941-1944 και είχε πρωτοκυκλοφορήσει στα ελληνικά με τίτλο: “Οι αναμνήσεις μου, Αίγινα 1941-1944” από τις εκδόσεις ΚΗΠΟΣ της Αίγινας.

Ας αναφέρουμε και τα άλλα βιβλία του Αργύρη:

– Οι ΑΝΑΜΗΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ Μέρος Β!, τα χρόνια της νιότης, Εκδόσεις ΚΗΠΟΣ

– ΑΙΓΙΝΑ στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, Εκδόσεις οσελότος

– Κάποτε στην Αίγινα, Εκδόσεις οσελότος

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο ψυχίατρος Ηλίας Βλάχος (’88) έχει την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου για τη Νίτσα Χαρβάτη-Φέντον (από τις εκδόσεις Μέλισσα), με θέμα την ελληνίδα επιστήμονα που πρωτοστάτησε στη θεμελίωση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα αναπτύσσοντας παράλληλα πολυσχιδές διδακτικό, επιστημονικό και κοινωνικό έργο. Το ενδιαφέρον υλικό του βιβλίου συγκέντρωσε επί σειρά ετών η ψυχολόγος Μαριάννα Φουρλή. Περισσότερα…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

papadantonakis kyklomaΟ Γιάννης Παπαδαντωνάκης (Abi ’82, Dipl. Ing. Elektrotechnik, TH Karlsruhe 1990) κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο σχετικά με το κύκλωμα της ηλεκτρικής κιθάρας (εκδόσεις Achordo Music). Ο Γιάννης ασχολείται με την ηλεκτρική κιθάρα (τόσο ως κιθαρίστας όσο και στο τεχνικό κομμάτι της) από την δεκαετία του ’80, και καθαρά επαγγελματικά από το 2011, όπου και ίδρυσε το εργαστήρι Guitar Aging Studio με υπηρεσίες για κιθαρίστες και μπασίστες. Από το 2014 σχεδιάζει και κατασκευάζει τους δικούς του μαγνήτες για ηλ. κιθάρες με την επωνυμία GAS Pickups.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο μουσικοκριτικός Νίκος Δοντάς (’80), υπεύθυνος του Τομέα Δραματολογίας της ΕΛΣ, υπογράφει τα κείμενα του λευκώματος των ζωγράφων Γιάννη και Μενέλαου Κουρούδη “Εικόνες για την Όπερα. Αφίσες για την Εθνική Λυρική Σκηνή / Pictures for the Opera. Posters for the Greek National Opera“ [δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-αγγλικά)] που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο από τις εκδόσεις Πατάκη.

Οι εικονογραφήσεις από τις παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής την τελευταία δεκαετία, καθώς και οι ιστορίες πίσω από τα έργα και το σκεπτικό του Νίκου Δοντά, πέρασαν ως ενιαίο σώμα στο βιβλίο, και μας υπενθυμίζουν ορισμένες από τις καλύτερες στιγμές μας ως θεατών της όπερας.

Περιεχόμενα:

Οι εικόνες και οι ιστορίες πίσω από: 97 Όπερες, 24 Μπαλέτα, 9 Οπερέτες, 6 Φεστιβάλ, 4 Μουσικά Θέατρα, 3 Μιούζικαλ, 3 Συναυλίες, 1 Όπερα – Μπαλέτο, 1 Χορός, 1 Αφιέρωμα.

Με δύο διαφορετικά εξώφυλλα.

Διαφορετικές υπογεγραμμένες αφίσες

Πληροφορίες στο: https://www.patakis.gr/bkm/13348

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Η Άντζη Σαλταμπάση (’91) υπογράφει τη μετάφραση του βιβλίου της Κία Βάλαντ  “Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και οι γυναίκες. Η βιογραφία ενός καλλιτέχνη” (Kia Vahland  “Leonardo da Vinci und die Frauen. Eine Künstlerbiographie“) το οποίο κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις νήσος. Μια σαγηνευτική ιστορία, πεντακόσια χρόνια μετά το θάνατο ενός από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της Αναγέννησης.

Η συγγραφέας είναι ιστορικός και κριτικός τέχνης με ειδίκευση στην Αναγέννηση και συντάκτρια για τον πολιτισμό και τις ανθρωπιστικές επιστήμες στην Süddeutsche Zeitung. Περισσότερα για το βιβλίο: https://biblionet.gr/titleinfo/?titleid=256103&return_url

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Μόλις κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα των Γιάννη και  Μαρίνας Αλεξάνδρου (ψευδώνυμο του εδώ και χρόνια επιτυχημένου συγγραφικού ζευγαριού που αποτελείται από τον απόφοιτό μας Γιάννη Γεωργακάκη και τη σύζυγό του Μαρίνα) με τίτλο “Ταξιδιώτες της Ανατολής“, από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Λίγα λόγια για το βιβλίο: Το πρακτορείο Ερµού Travel διαφηµίζει ταξιδιωτικούς προορισµούς που προσφέρουν µοναδικές εµπειρίες. Η Αµάντα, διευθύντρια του πρακτορείου, πάει στην Καπαδοκία. Με φόντο το ηφαιστειογενές τοπίο, θα την απαγάγουν και θα ζήσει επικίνδυνες περιπέτειες. Κλειδί της ιστορίας είναι μια επίσκεψη στο σπίτι των προγόνων της στη Σινασό. Παρακολουθούμε παράλληλα δυο άλλους ήρωες, τη Σοφία και τον Ανδρέα, που πάνε στη μαγευτική Πέτρα της Ιορδανίας και ζούμε μαζί τους συναρπαστικές στιγμές. Περισσότερα στο: http://www.livanis.gr/Taksidiwtes-ths-Anato_p-3214049.aspx

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο Γιάννης Καλιφατίδης  (’82) υπογράφει τη μετάφραση στο βιβλίο της  Γιούντιτ Σαλάνσκυ “Κατάλογος απολεσθέντων“  (Judith Schalansky, “Verzeichnis einiger Verluste”), που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Η Γιούντιτ Σαλάνσκυ είναι μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της νεότερης γενιάς στη Γερμανία. Τα δώδεκα αντι­­­κείμενα που περιγράφονται στον Κατάλογο απολεσθέντων ­­­­–ένας πίνακας του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, ένα σπάνιο είδος τίγρης, μια ρωμαϊκή βίλα, ένα ερωτικό ποίημα της Σαπφούς, ένα νησί στον Ειρηνικό– έχουν πλέον χαθεί. Υπάρχουν πια μονάχα ως ίχνη, ως αναμνήσεις, ως αρχεία ή χάρτες, ως τεκμήρια του παρελθόντος.

Οι εκδόσεις Αντίποδες και ο Γιάννης Καλιφατίδης, επιτέλεσαν  έναν μεταφραστικό, τυπογραφικό και εκδοτικό άθλο.

Περισσότερα:  https://antipodes.gr/book/katalogos-apolesthenton?fbclid=IwAR2rbMStqEHxpE11qfoOYMv36CmWQeedIJR5a460TJHZX8udcpzwlajYRFE

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το νέο βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου (’85) με τίτλο: “Με ταχύτητα, με δύναμη, με πάθος”:

Τζέσε Όουενς, Λιζ Χάρτελ, Πίτερ Νόρμαν, Ντέρεκ Ρέντμοντ…Αθλητές κορυφαίοι, που έμειναν στην ιστορία όχι μόνο για τις επιδόσεις, αλλά για τις αξίες τους, που αγωνίστηκαν για το ιδεώδες του ευ αγωνίζεσθαι και την ισότητα, ενάντια στις προκαταλήψεις της εποχής τους, ενάντια στα κάθε είδους εμπόδια που βρέθηκαν στο δρόμο τους. Μαχητές του αθλητισμού και της ζωής που ακόμα κι αν δεν το επεδίωξαν ενέπνευσαν εκατομμύρια ανθρώπων με την πίστη, το πάθος και την αγωνιστικότητά τους.Είκοσι ιστορίες από τους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες με μορφές των σταδίων και των γηπέδων που ακόμα κι αν δεν κατάφεραν να πάρουν κάποιο μετάλλιο, ακόμα κι αν δεν κατάφεραν καν να λάβουν μέρος στον τελικό του αγωνίσματός τους, έμειναν στο μυαλό και στην καρδιά των ανθρώπων σαν παραδείγματα ήθους και μαχητικότητας.Σαν παραδείγματα ζωής.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο Πάνος Παντελούκας είναι δικηγόρος, απόφοιτος του 1995 και εκδίδει το δεύτερό του λογοτεχνικό βιβλίο με τίτλο “Ο Σπινέλλι στον κάμπο” από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Η αστυνομική νουβέλα Ο Σπινέλλι στον Κάμπο μάς ταξιδεύει από τη Νότια Ιταλία στον Κάμπο της Χίου. Πρωταγωνιστής είναι ο καθηγητής εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολη, Οράτσιο Σπινέλλι, καλός φίλος του επιθεωρητή της αστυνομίας του Μπάκολι, Νικόλα Σκιάνο και σταθερά αρωγός του στην εξιχνίαση μυστηρίων και εγκλημάτων. Ο μεθοδικός και έμπειρος καθηγητής, πιστός σύντροφος, γεμάτος ευαισθησίες και λάτρης της καλής κουζίνας καλείται από τον Έλληνα αστυνόμο Μήτρου να συνδράμει στο έργο της εξιχνίασης ενός ειδεχθούς εγκλήματος σε ένα αρχοντικό του Κάμπου. Θύμα μια Ιταλίδα τουρίστρια, με την υπόθεση να διαδραματίζεται ταυτόχρονα σε δύο χώρες: Ελλάδα και Ιταλία. Η ιστορία είναι αστυνομικού μυστηρίου, με προεκτάσεις στον χώρο της τέχνης και της μόδας, ενώ πραγματεύεται σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν τους φαινομενικά αθώους πρωταγωνιστές της.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Κάντε Εγγραφή στο εβδομαδιαίο Newsletter

* indicates required
Συμπληρώστε το e-mail σας